
Pad. Paaad! Ξύπνα!
Πετάχτηκα αλαφιασμένος. Δίπλα μου το ξυπνητήρι με τα τεράστια κόκκινα γράμματα έδειχνε 4:42.
-Τι συμβαίνει ? Ρώτησα.
-Δεν νοιώθω καλά.
Αναστέναξα. Πάλι τα ίδια. Δεν είμαι εξομολόγος γαμώτο. Έχω κουραστεί να το κάνω αυτό. Γιατί για μια φορά δεν με αφήνουν να κοιμηθώ ήσυχος ? Νυστάζω και πρέπει να είμαι στο γραφείο νωρίς αύριο. Γιατί ότι και να συμβαίνει ξυπνάνε εμένα ?
Μισόκλεισα πάλι τα μάτια. Είχα να κοιμηθώ καλά μήνες. Από δίπλα ακούγονταν πνιχτοί λυγμοί. Πάλι έκλαιγε. Ήθελα να σηκωθώ, να αρπάξω το ξυπνητήρι και να αρχίσω να κοπανάω όπου βρίσκω μέχρι να μείνει μια άμορφη μάζα από αίμα και κόκκαλα. Και μετά να κοιμόμουν ήρεμος ως το τέλος της ζωής μου. Δεν το έκανα. Αντίθετα, ένιωσα τα πρώτα σφυροκοπήματα ενός δυνατού πόνου στο κεφάλι. Πάλι πρέπει να πάρω αναλγητικά αν θέλω να βγάλω και αυτή τη συζήτηση.
«Τι χρειάζεσαι ?» Ρώτησα υπομονετικά. Αυτή η γεμάτη καλοσύνη ερώτηση τους μπλοκάρει όλους πάντα. Άργησε να απαντήσει. Έκλεισα και πάλι τα μάτια καρτερικά καθώς περίμενα να ακούσω ό,τι πιο κουλό. Ξέκλεψα έτσι λίγες στιγμές ύπνου. Έπειτα από λίγο, απάντησε: «Βόλτα».
Ζωντάνεψα. Δεν ήταν κακή ιδέα. Αν καθόμασταν μέσα, θα κοιμόμουν όρθιος. Το αεράκι της παραλίας του Φαλήρου θα μου έκανε καλό. Ανασηκώθηκα και έγνεψα καταφατικά.
«Σκεφτόμουν για καμιά παραλία», μου είπε παρακλητικά. «Ok», απάντησα κατεβάζοντας το πρώτο Lonarid της ημέρας. Με κοίταξε με οίκτο. «Πάλι πονοκέφαλος ?» «Γιατί άραγε...» μουρμούρισα ειρωνικά. Λούφαξε αμέσως, και αυτό με έκανε να αισθανθώ μαλάκας. Η στηρίζεις τον άλλον όταν εχει πρόβλημα ή όχι. Δεν βοηθούσα με την ειρωνεία. Ντυθήκαμε και οι δύο σιωπηλά και βγήκαμε έξω. Εγώ πήρα μαζί μου τα Lonarid. Δεν ξέρεις ποτέ.
Ήταν καλή νύχτα. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και αρχίσαμε να περπατάμε προς την παραλία. Δεν τολμούσα να ξεκινήσω την κουβέντα. Ήμουν αηδιασμένος. Θλιβερό ανθρωπάριο. Μια απόρριψη, και γίνεται κουρέλι. Γιατί ποτέ δεν βλέπει τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση ? Γιατί εξιδανικεύει τα πάντα και κυρίως, γιατί έχει τόσο μεγάλη προσκόλληση πάνω μου ? Δεν δουλεύει η σχέση μας γαμώτο, ποτέ δεν δούλεψε. Εγώ είμαι πρακτικός, λογικός και σταθερός στις αποφάσεις μου. Εκτιμώ τον εαυτό μου και τον προστατεύω από τις κακοτοπιές. Δεν βλάπτω κανένα ποτέ, αλλά όταν πρέπει να παρθούν αποφάσεις τις παίρνω αβίαστα, σχεδόν μηχανικά και τις εκτελώ με ακρίβεια χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν μπορώ να πω ότι παρόλες τις διαφορές στο χαρακτήρα μας δεν έχουμε ταιριάξει τόσα χρόνια, αλλά είχε έρθει πάλι ο καιρός να χωρίσουμε. «Πάλι». Σκέφτηκα. Έχουμε χωρίσει τουλάχιστον άλλες τρεις φορές στο παρελθόν, από όσο θυμάμαι δηλαδή. Μικροκαυγαδάκια είχαμε συχνότατα, και πολλές φορές έφευγα μόνο και μόνο για να μην είμαστε στο ίδιο δωμάτιο, αλλά πάντα γυρνούσε ο ένας στον άλλον μετά από λίγες ώρες. Ωστόσο εκείνοι οι τρεις χωρισμοί ήταν σοβαροί. Είχαμε χαθεί για χρόνια. Κρατούσαμε την απολύτως ελάχιστη επαφή όμως και σιγά-σιγά ξανασμίξαμε για μια τελευταία φορά. Το είχα δηλώσει αυτό. Και ό,τι λέω το κάνω. Δεν ξέρω πως με είχε τουμπάρει τις προηγούμενες φορές, αλλά αυτή τη φορά το είχα δηλώσει ότι θα ήταν η τελευταία μας προσπάθεια. Κάποια στιγμή όταν δεν ταιριάζεις με κάποιον, άσχετα με το πόσο τον αγαπάς, πρέπει να το παίρνεις απόφαση και να φεύγεις για να μπορέσεις να προχωρήσεις με τη ζωή σου. Αυτό σκόπευα να κάνω τώρα. Διάολε, το είχα ήδη κάνει! Έχουμε χωρίσει εδώ και τρεις μέρες! Γιατί είναι ακόμα στο σπίτι μου και κοιμάται στο κρεβάτι μου ? Τι με ενδιαφέρει εμένα αν δεν έχει που να πάει ? Γιατί με ξυπνάει κάθε γαμημένο βράδυ ? Έσφιξα τα δόντια. «Ready or not, τώρα θα την φας» σκέφτηκα. Θα ξεκινήσω εγώ την κουβέντα και θα σε στείλω. Απόψε κιόλας.
Πάω να ανοίξω το στόμα μου, και με κόβει. «Ξέρεις, σκεφτόμουν τις άλλες τρεις φορές που είχαμε χωρίσει...» Φτου, πάλι πέσαμε στο σκατόλακκο των αναμνήσεων. Περιμένω καρτερικά τη συνέχεια...
«Θέλω να σου πω ότι δεν ήμουν καλά εκείνο το διάστημα» (Big surprise asshole, και όταν είμαστε μαζί πάλι δεν ήσουν καλά.) «Έβρισκα δικαιολογίες για να αποφεύγω τις κοινωνικές συγκεντρώσεις. Σταμάτησα τη δουλειά μου. Τριγυρνούσα όλη τη μέρα σε ένα άδειο σπίτι. Έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και με σιχαινόμουν. Δεν μπορούσα να πάρω καμία απολύτως απόφαση, ακόμα και το να διαλέξω τι φαί να παραγγείλω ήταν τεράστιο πρόβλημα για εμένα. –Με συγχωρείς λίγο» Έτρεξε ξαφνικά προς το περίπτερο που διανυκτέρευε. Μετά από λίγο γύρισε με μια εξάδα μπύρες. Αηδία. Είχε ήδη κατεβάσει άλλες τέσσερις στο σπίτι πριν κοιμηθούμε. Μέχρι να ξαναέρθει δίπλα μου, είχε ήδη πιει τη μισή. «Εσύ και εγώ ταιριάζουμε και ας μην το παραδέχεσαι», είπε με τη σιγουριά που μόνο η ελαφριά μέθη μπορεί να σου δώσει. «Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, αν δεν είμαστε μαζί είμαστε μισοί. Δεν πρέπει να χωρίσουμε Pad.» Άδειασε το υπόλοιπο κουτί στο δευτερόλεπτο και με σιγανή φωνή ψιθύρισε «Μη με διώχνεις. Μη με αφήνεις.»
Συγκινήθηκα. Δεν είμαι και από πέτρα. Σχεδόν βούρκωσα. Είναι αλήθεια ότι είμαστε πολλά χρόνια μαζί. Είχαμε πει τα πάντα για τους εαυτούς μας ο ένας στον άλλον. Ακόμα και τα πιο απόκρυφα μυστικά μου τα είχα ξεράσει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Και είναι επίσης αλήθεια ότι συμπλήρωνε ο ένας τον άλλον. Ζούσαμε καλά. Προς το τέλος όμως που είχαν σκουρύνει λίγο τα πράγματα, είχα αρχίσει να έχω την αίσθηση ότι αν και ΕΓΩ είμαι ο δυνατός χαρακτήρας και ο «αποπάνω» στη σχέση μας, είχε αρχίσει να με επισκιάζει. Αυτά τα mood swings και η κλάψα που είχε, αυτή η εκνευριστική καλοσύνη, αυτό το βοϊδίσιο βλέμμα του «κάνε μου ό,τι θές» περνούσαν και σε εμένα. Και μαλάκωνα. Πολλές φορές αντί να ασχολούμαι με τα πράγματα που μου αρέσουν, να κάθομαι στον υπολογιστή, να παίζω παιχνίδια στις κονσόλες μου, να βλέπω DVD, έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάει στο κενό και να στενοχωριέμαι για πραγματικά ασήμαντα πράγματα. Η να κλαίω με διαφημίσεις στην τηλεόραση. Η να θυμάμαι άχρηστες σκηνές από περασμένες άχρηστες σχέσεις. Με είχε διαφθείρει. Σιγά-σιγά, αντί να υπερισχύσει ο αποφασιστικός σίγουρος και ισχυρός χαρακτήρας, μετά από τόσα χρόνια συμβίωσης είχε κερδίσει ο κλαψιάρικος και ο μοιρολάτρης. What the fuck!
Ταράχτηκα και έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου. Μόρφασε, αλλά δεν είπε τίποτα γιατί ήξερε ότι θα άκουγε κανένα γέρο-διάολο αν μιλούσε. Απεχθανόταν το τσιγάρο όσο απεχθανόμουν εγώ το ποτό. Θυμήθηκα τα τελευταία χρόνια μας που κατάφερνε κάθε φορά που άναβα να με κάνει να νοιώθω τύψεις, και ο θυμός φούντωσε πάλι μέσα μου. Έπρεπε να φύγει αυτό το καρκίνωμα από τη ζωή μου. Τώρα. Όσο και αν με πονέσει. Στο κάτω-κάτω κάνω πάντα ό,τι χρειάζεται για να επιβιώσω. Κάνω πάντα το σωστό. Ο πονοκέφαλος εντάθηκε, οπότε κατέβασα άλλα δύο Lonarid ακόμα. Χωρίς νερό. Μαγκιά. Το hard limit για τα κιλά μου εξάλλου είναι τρία τη μέρα.
Δίπλα μου, οι μπύρες ήταν κιόλας δύο λιγότερες. Σκατά. Μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει. Πήρα βαθιά ανάσα, αγνόησα τον πονοκέφαλο που με σφυροκοπούσε χωρίς οίκτο και είπα:
«Άκου και μη με διακόψεις σε παρακαλώ. Έχουμε ήδη προσπαθήσει να είμαστε μαζί πολλές φορές και κάθε φορά μας βγαίνει σε κακό. ΜΟΥ βγαίνει σε κακό. Μου είσαι βάρος ρε παιδί μου πως να το κάνουμε. Με τραβάς πίσω. Θέλω να κάνω πράγματα και δεν με αφήνεις γιατί φοβάσαι. Σε ό,τι και να κάνω με αμφισβητείς και αποζητάς μόνο σίγουρα βήματα. Δεν με αφήνεις να εξελιχθώ σαν άνθρωπος. Με ζαλίζεις με τη γκρίνια σου. Η ζήλια σου είναι ανυπόφορη. Δεν δουλεύεις. Δεν παράγεις τίποτα. Δεν σου αρέσουν οι υπολογιστές γιατί τους βρίσκεις βαρετούς. Δεν βλέπεις τηλεόραση και δεν θες να βγαίνεις έξω. Διάολε, βασικά πιστεύω ότι ούτε τον εαυτό σου δεν γουστάρεις. Είσαι ένα μίζερο, αδρανές πλάσμα που μπεκρουλιάζει όλη μέρα και για κάθε ανάγκη του περιμένει να γυρίσω από το γραφείο για να του την ικανοποιήσω εγώ. Μπορεί να σε αγαπάω, αλλά αυτή τη φορά θα σε στείλω, και θα σε στείλω για τα καλά.» Σταμάτησα για να «κόψω» αντιδράσεις. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα ήταν να γίνει σκηνή μπροστά στους νυχτερινούς ταρίφες που ήταν δίπλα από το Φλοίσβο. Νομίζω ότι διέκρινα κάποια ηττοπάθεια (surprise!) αλλά... για μισό λεπτό... Ήταν εκνευρισμός αυτό που έβλεπα από πίσω ? Μα τις χίλιες πίπες (που λέει και ο Ποπάϋ)! Γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα που έκαιγε.
«Είναι πολύ σκληρά αυτά που μου λες, και θα με αναγκάσεις να σου απαντήσω στον ίδιο τόνο. Είσαι ένα κτήνος με καλή ανατροφή, το έχεις πάρει χαμπάρι. Δεν ξέρω τι σου έχει συμβεί στο παρελθόν και σε έκανε έτσι, -γράψε λάθος-, ΞΕΡΩ τι σου έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά δεν δικαιολογεί με τίποτα αυτό που έγινες. Είσαι κενός Paddy, νεκρός μέσα σου. Μπορεί να γυρνάς στο σπιτάκι ΣΟΥ που έκανες με τα λεφτά ΣΟΥ, να γουστάρεις το σαράβαλο ΣΟΥ και να ασχολείσαι με ό,τι υλικό έχεις γεμίσει τον κόσμο ΣΟΥ, αλλά στην ουσία είσαι ένας μισάνθρωπος. Ο τρόπος που βρίζεις τους άλλους όταν οδηγάς, που μισείς όποιον βρίσκεται μπροστά σου, ο τρόπος που βλέπεις όλες τις γυναίκες, εκείνα τα macho αποφθέγματα που πετάς ότι είναι όλες πουτάνες και γελάτε με τους εξίσου κενούς φίλους σου, ο τρόπος που φέρεσαι στην οικογένειά σου και στην ίδια σου τη μάνα, που τη βλέπεις μια φορά το μήνα και αυτή με το ζόρι, οι ατέλειωτες ώρες που δουλεύεις για να βγάλεις περισσότερα χρήματα... όλα αυτά συνθέτουν έναν άνθρωπο ημιτελή και όχι τέλειο όπως θέλεις να πιστεύεις. Θέλεις να γυρίσεις σε αυτά και να δοθείς full time σε ευτελείς σκοπούς ? Fine by me, αλλά εγώ δεν θα κάτσω να σε βλέπω να καταστρέφεσαι. Θα ζήσεις μόνος σου μαλάκα και θα πεθάνεις μόνος σου, και θα το κάνεις μόνο και μόνο επειδή θεώρησες κάποτε περιττό το να έχεις αισθήματα. Γιατί εσύ μόνο τα καλά αποζητάς σε μια κατάσταση, σου είναι αδύνατο να καταλάβεις ότι στη ζωή το καλό και το κακό είναι συνυφασμένα και ότι δεν μπορείς να διώξεις τα άσχημα χωρίς να πάρουν μαζί τους και ένα κομμάτι από τα καλά. Έτσι λοιπόν επιλέγεις να διώξεις και εμένα επειδή είμαι too much trouble χωρίς ούτε μια στιγμή να σκεφτείς πως θα είσαι μετά. Θα φύγω λοιπόν. Αλλά βάλε το καλά στο μυαλό σου: Επειδή ως τώρα γυρνούσα πίσω, δεν σημαίνει ότι θα γυρίζω πάντα. Κάθε φορά που χωρίζαμε ένοιωθα όλο και πιο μακριά σου, και να ξέρεις ότι σύντομα –ίσως και τώρα- θα υπάρξει και η τελευταία φορά.»
Παρόλο που η ξαφνική επίθεση με βρήκε απροετοίμαστο δεν μπόρεσα παρά να χαμογελάσω. Τελικά είχε πάρει κάτι από εμένα τόσα χρόνια, κάπου στο βάθος υπήρχαν ψήγματα υπερηφάνειας και μαχητικότητας. Good doggy, σκέφτηκα κυνικά. Με το σοβαρότερο ύφος που μπορούσα ποτέ να πάρω είπα: «Θέλω να φύγεις. Τώρα, και για πάντα. Δεν θέλω καν να γυρίσουμε σπίτι μαζί, έτσι και αλλιώς δεν έχεις και τίποτα πράγματά σου για να μαζέψεις. Μπες σε ένα ταξί και πήγαινε όπου γουστάρεις. Να, πάρε και λεφτά. Να σου πω κάτι ? Πάρε και το γαμημένο το αμάξι μου αν θες, αρκεί να μη σε ξαναδώ. Θα είμαι καλύτερα χωρίς εσένα και το ξέρω. Δεν είναι κάτι που αποφάσισα ξαφνικά, είναι κάτι που το σκέφτομαι μήνες τώρα. Θέλω να φύγεις.» επανέλαβα, κυρίως για να το πιστέψω και εγώ. Δεν ήθελα, όπως κάθε φορά στη ζωή μου που χώριζα, δεν ήθελα. Αλλά έπρεπε. Ο εαυτός μου πάνω από όλα.
Και μετά... έφυγε. Χωρίς κουβέντα. Πήρε φυσικά και τις μπύρες, αλλά έφυγε. Μόνο όταν είχε φτάσει στα πρώτα φανάρια της παραλιακής γύρισε το κεφάλι και μου έριξε μια τελευταία ματιά που στιγμιαία με πόνεσε, αλλά μετά δεν έμεινε παρά ένας ίσκιος που χανόταν σιγά-σιγά. Μια απέραντη θλίψη με κυρίεψε, η οποία σε λίγα μόλις λεπτά έγινε τρελή χαρά και ανακούφιση. Ήμουν ελεύθερος, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ξανά! Ήθελα να ουρλιάξω από ευχαρίστηση. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι ΜΟΥ είχα ήδη καπνίσει έξι τσιγάρα και τα απόλαυσα περισσότερο από ποτέ. Το στομάχι μου που μέχρι τότε για μήνες ήταν κόμπος είχε ξαφνικά γιατρευτεί και πεινούσα. Έφτιαξα στα γρήγορα δύο τοστ, και άραξα στον καναπέ με ανοιχτή την τηλεόραση ώσπου αποκοιμήθηκα.
Με ξύπνησε το ξυπνητήρι. Ήταν ένα ξυπνητήρι ραδιόφωνο που είχα πάρει όταν συζούσαμε γιατί το έβρισκα αρκετά γουστόζικο να με ξυπνάει μουσική. Σήμερα το έσπασα με δυο κλοτσίδια. Σηκώθηκα με το χαμόγελο του καρχαρία και το eye of the tiger. Ντύθηκα στα γρήγορα, αφιερώνοντας έξτρα χρόνο στην επιλογή των ρούχων, κάτι που δεν έκανα ποτέ παλιότερα. Έβαλα το μαύρο γυαλί και βγήκα στο δρόμο. Έβρισα οκτώ στην εθνική με το χειρότερο υβρεολόγιο που μπορούσα να παράγω και μούτζωσα άλλους τέσσερις. Μπήκα στο γραφείο. Χάζεψα τα ξέκωλα μέχρι να φτάσω στη θέση μου, συναδέλφισσες που άλλοτε χαιρετούσα ευγενικά. Κάθισα, άναψα το PC και... κατέρρευσα. Πρώτα σκοτείνιασε ο κόσμος γύρω μου και μετά έχασα και τον ήχο. Οι συνάδελφοι έτρεξαν από πάνω μου.
Κάτι μαλακό με έντονη μυρωδιά χώθηκε μέσα στη μύτη μου. Μισάνοιξα τα μάτια. Οι συνάδελφοι είχαν κάνει κύκλο γύρω μου και ένας νοσοκόμος ήταν σκυμμένος από πάνω μου. «Μπορείτε να μιλήσετε ?», ρωτούσε ευγενικά. Έγνεψα πως ναι. Μπορείτε να μου πείτε τι φάγατε τις τελευταίες 24 ώρες παρακαλώ?
«Δύο τοστ», ψέλλισα. «Πήρατε κάποιο φάρμακο ?» με ρώτησε. «Τρία Lonarid». Μόρφασε. «Είναι ok, έχω χρόνιους πονοκεφάλους και στα κιλά μου είναι το max που μπορώ να πάρω» του είπα –λίγο επιθετικά ομολογώ-. Κούνησε το κεφάλι του. «Τι ήπιατε ?».
...Η πραγματικότητα με χτύπησε σαν γροθιά. Η ανάσα μου κόπηκε, και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Οι τρίχες στο σβέρκο μου είχαν σηκωθεί από τη φρίκη που με πλημμύρισε και με εντελώς ασταθή φωνή είπα: «Οκτώ μπύρες».
Μετά λιποθύμησα.
9 σχόλια:
Φίλε Paddy...το πιο δύσκολο και ανατριχιαστικό πράγμα που μπορεί να σου συμβεί είναι να γνωρίσεις τον...εαυτό σου.
Να μπορέσεις να τον δείς κατάματα,να τον κοιτάξεις περιφρονητικά στις αδύναμες στιγμές του και να έχεις την δυνατότητα να μαλώσεις μαζί του,να τον βρίσεις ,να τον φτύσεις κατάμουτρα..
Αλλά στάσου..αυτό είναι ευχή ή κατάρα?
kai gia na kanw kai ena epwnymo comment..oxi pia anonymos..
telika eisai palioxaraktiras...sta elega egw..alla o allos paddy den to paradexotan..
Tin proti fora pou to diabasa den katalaba oti kai oi dio itan to idio atomo,nomiza oti kaygadizes me kapia kai anarotiomoun pos milas etsi.Tha eprepe na dixnis ti diafora pio entona.Einai panta endiaferousa i maxi metaksi tou kalou kai tou kakou eaytou mas kai diskola mporei kanis na apoxoristi kanis to kalo i to kako tou miso.Oraio diigima synexise etsi
re mlk pad, stamata! psaxnw na vrw sxoini k sapouni na kremastw...
καταπληκτικό κείμενο!! πραγματικά hillarious! Paddy... YOU ARE MY PADDY NOW!
Paddy, δεν νομίζω πως μείνεις για πολύ χωρίς την "παρέα σου".
Ούτε καν για όσο κράτησε να γράψεις αυτές τις γραμμές!Εξάλλου και για να χρησιμοποιήσω κάτι σχετικό με τον τίτλο σου:
"To deny our own impulses is to deny the very thing that makes us human."
Το σχόλιο του anonymous 24/3 είναι πραγματικά insightful. Θα ήθελα μόνο να ήξερα ποιος είναι γιατι δεν πάει πουθενά το μυαλό μου (big surprise asshole, όπως λέω και στο κείμενο) :p
Anyway, το κείμενο είναι όντως διήγημα και περιγράφει την πάλη του "καλού" και του "κακού" εαυτού, για αυτό και μερικές σκέψεις τους είναι κοινές (η βόλτα στην παραλία, οι χωρισμοί..) και για αυτό και όταν ο "κακός" θεωρεί ότι ο "καλός" έφυγε γίνεται τόσο κάφρος.
Πολλοί είπατε ότι είμαι διαταραγμένη προσωπικότητα, αλλά αυτό σαφώς και δεν ισχύει. Προτιμώ να λέμε ότι έχω ιδιαίτερα "active imagination" :P Συγνώμη τώρα γιατί ήρθαν να με πάρουν κάτι κύριοι που μου προσφέρουν μια μπλούζα με ένα μανίκι....
"Insight" is my middle name, paddy...xe xe xe!Νομίζω πως το όνομα σε κάλυψε, ε?
PS Παρά το συντακτικό μου λάθος το νόημα ήταν σαφές τελικά.
Let's stare the problem right in the eye,
It's plagued me from coast to coast,
Racing the clock to please everyone,
All but the one who matters the most,
Reflections of reality,
Are slowly coming into view,
How the hell could you possibly forgive me?
After all the hell I put you through?
- Dream Theater, "The Mirror"
Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να αφήσω κάτι άλλο σαν πρώτο σχόλιο..
:The Bleep BBS Sysop:
Δημοσίευση σχολίου