Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

Children of the damned (Part 1)


Ένας φοβερός πόνος με έσκισε στα δύο. Άνοιξα το στόμα μου για να ουρλιάξω και ένας πίδακας αίματος πετάχτηκε. Τα μάτια μου γεμάτα έκπληξη κουνιούνται αριστερά – δεξιά φωνάζοντας «βοήθεια», αλλά κανένας άλλος ήχος δεν βγαίνει από εμένα. Από μακρυά ακούω ασθενοφόρα να πλησιάζουν αλλά είμαι βέβαιος ότι μέχρι να έρθουν θα έχουν τελειώσει όλα για εμένα.

Πεθαίνω.

Προσπαθώ να συμφιλιωθώ με την ιδέα, να ξαναζήσω όλες τις καλές στιγμές της ζωής μου, να επικοινωνήσω νοερά με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Το πετυχαίνω για λίγο, και γαληνεύω αλλά το σώμα μου, αυτός ο αιώνιος προδότης του μυαλού μου διαφωνεί όπως πάντα και προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή, να δείξει ότι υπάρχει ακόμα. Χέρια και πόδια τινάζονται σπασμωδικά προς όλες τις κατευθύνσεις και το στήθος μου ανεβοκατεβαίνει προσπαθώντας να αντλήσει όσο πιο πολύ οξυγόνο μπορεί στα τσακισμένα μου πνευμόνια. Στρέφω το βλέμμα μου στα αριστερά μου για μια ύστατη φορά και βλέπω τον σκύλο που προσπάθησα να αποφύγω να έχει κάτσει στην άκρη του δρόμου και να με κοιτάει με ήρεμο βλέμμα. Προσπαθώ να σηκώσω το δεξί μου χέρι για να το καλέσω κοντά μου, και έκπληκτος διαπιστώνω προς μεγάλη μου φρίκη ότι το χέρι μου λείπει από τον αγκώνα και κάτω. Okay, σκέφτομαι σκωπτικά. Είναι ώρα να πεθάνω, δεν αξίζει να ζω μετά απο αυτό. Κλείνω τα μάτια, λέω ένα τελευταίο νοερό συγνώμη σε όλους όσους απογοήτευσα και περιμένω. Δεν έχω ψευδαιθήσεις για μετά θάνατο ζωή, μετενσαρκώσεις και παραδείσους με ρύζι και γυναίκες. Περιμένω απλώς να πάψω να υπάρχω. Καθώς αίμα αναβλύζει άφθονο από το στόμα μου και καλύπτει τα μάτια μου με ένα κόκκινο πέπλο, αναρωτιέμαι αν θα καταφέρουν να με ξεκολλήσουν από το εσωτερικό του αυτοκινήτου ή αν θα αναγκαστούν να με θάψουν σε ένα φέρετρο με σχήμα celica. Χαμογελάω στην ιδέα. Έτσι χαμογελαστό θα πρέπει να βρήκαν και οι νοσοκόμοι που έφτασαν λίγα λεπτά αργότερα, λίγο μέσα, λίγο έξω από τη θέση του οδηγού και λίγο... κάπου τριγύρω.

Σκοτάδι. WTF. Υπάρχω ακόμα. Δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου –άν μου έχει μείνει μύτη φυσικά. Λοιπόν σύμφωνα με τον Καρτέσιο, σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Επίσης νοιώθω μια γνωστή αναγούλα της απογείωσης στο στομάχι μου, άρα πρέπει να υπάρχει και στομάχι. Είμαι βέβαιος ότι πρόκειται για τις τελευταίες ηλεκτρικές συνάψεις που δημιουργούνται στο μυαλό μου, και ότι σύντομα θα πάψουν και θα οδηγηθώ στην ανυπαρξία αλλά αντίθετα οι αισθήσεις μου όλο και επανέρχονται. Μένω ακίνητος για αρκετά λεπτά, μέχρι που το αίσθημα της αναγούλας παύει να υφίσταται το ίδιο ξαφνικά όσο ήρθε. Καθώς προσπαθώ να προσαρμώσω τα μάτια μου στο απόλυτο σκοτάδι που επικρατεί, βλέπω στο βάθος μια δέσμη λευκού φωτός να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Όπως κάθε αγρίμι που δεν ξέρει τι του συμβαίνει, μένω απόλυτα ακίνητος κρατώντας ακόμα και την ανάσα μου και περιμένω καθώς το φως έρχεται όλο και πιο κοντά μου. «Τώρα θα δω ότι έχουν δει και όλοι οι δικοί μου που έχουν πεθάνει» σκέφτομαι, και οι κόρες των ματιών μου διαστέλλονται με προσμονή. Το φως φτάνει σχεδόν στο ενάμιση μέτρο μακριά μου τυφλώνοντας με και εκεί σταματάει απότομα. Μετά με μια απότομη κίνηση αλλάζει φορά και αντί να δείχνει προς τα εμένα δείχνει προς τα επάνω, φωτίζοντας το πρόσωπο ενός καλοστεκούμενου πενηντάρη, ο οποίος αρχικά είναι ανέκφραστος και μετα μου κάνει «μπου!».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή βρίσκω τη χαμένη μου φωνή και βγάζω μια εντελώς «νοικοκυρές σε απόγνωση» κραυγή τύπου «ΑΑΑΑαααααααααααααααα!». Ο τύπος λύνεται στα γέλια και ο φακός που κρατάει στα χέρια του κουνιέται τρελλά πέρα-δώθε φωτίζοντας το απόλυτο κενό. Εγώ, συνεχίζω να φωνάζω, και αυτός συνεχίζει να γελάει όλο και πιο υστερικά. Μετά ισιώνει το κορμί του, χτυπάει παλαμάκια και φωνάζει «Φώτα!» και όλος ο χώρος φωτίζεται από ένα άσπρο γαλακτερό φως. Αμέσως, πετάει το φακό από τα χέρια του, ο οποίος αρχίζει να πέφτει και μια και δεν υπάρχει πάτωμα, ταβάνι ή τοίχοι μέσα σε δευτερόλεπτα έχει χαθεί από τα μάτια μου. Στεκόμαστε κυριολεκτικά πάνω στο κενό. Ο τύπος με πλησιάζει με ένα πλατύ χαμόγελο και με χτυπάει φιλικά στην πλάτη.

«Καλώς ήρθες Παντελάκο. Βρίσκεσαι στη ζωή μετά, και εγώ είμαι ο οδηγός σου και μόνος φίλος σου. Δηλαδή όχι ακριβώς φίλος σου per se, μπορείς να μας σκέφτεσαι κάτι σαν αφέντη-δούλο, με εμένα να είμαι ο αφέντης. Συγνώμη για το αστείο με το φακό αλλά είναι μια από τις προσεγγίσεις που το μυαλό σου ήταν έτοιμο να δεχτεί, ξέρεις, η δέσμη φωτός και το πέρασμα στην άλλη ζωή. Επίσης πάντα τρελλαίνομαι στο γέλιο με τις αντιδράσεις σας.» Όσο τα λέει αυτά κοιτάω απορημένος το σώμα μου. Είμαι και πάλι ολόκληρος, και μάλιστα με μαλλιά! Not bad! Κουνάω χέρια – πόδια, στρίβω το κεφάλι δεξιά αριστερά και ρίχνω μια ελαφριά γροθιά στο στομάχι μου. Συμπαγής. Που σκατά βρίσκομαι ? Και ποιον μου θυμίζει αυτός ο τύπος ? Και γιατί νοιώθω ότι ξέρει τι σκέφτομαι ?». Με κοιτάει με ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Έλα τώρα Παντελάκο, φυσικά και ξέρω τι σκέφτεσαι. Αλλοίμονο αν σε ένα μέρος όπου όλα γίνονται με τη σκέψη επιτρέπαμε να σκέφτεστε ελεύθερα.» Κούνησα το κεφάλι. Λογικό μου φαινότανε. Ήθελα βέβαια περισσότερες πληροφορίες. «Και πως το κάνεις ?», ρώτησα. «Ω, είναι πραγματικά απλό», είπε. «Χρησιμοποιώντας αυτό εδώ το τηλεκοντρόλ (κάτι που έμοιαζε απελπιστικά –όχι,όχι, κάτι που ΗΤΑΝ το wiimote) μπορώ να διαλέξω αν θέλω να ακούω τη σκέψη σου στο background, μπορώ να της αλλάξω μάλιστα αφηγητή και γλώσσα, ή να τα βλέπω σε υπότιτλους δίπλα από την μπάρα με τα XP σου, που είναι και ο αγαπημένος μου τρόπος. Επίσης, αν έχω κέφια τα βάζω να φαίνονται σε συννεφάκια πάνω από το κεφάλι σου, αλλά αυτό έχω παρατηρήσει ότι σας αγχώνει γιατί πάντα κοιτάω κάπου πέρα από εσάς όταν μου μιλάτε...» Καθώς τα έλεγε αυτά παρατήρησα ότι κάπου ανάμεσα στο στήθος μου είχαν σχηματιστεί σαν από laser τρεις τελείες [...] καθώς και ότι δίπλα από το σώμα μου στο αριστερό μου μέρος υπήρχε μια κάθετη μπάρα χωρισμένη σε είκοσι ίσα ορθογώνια. Στη μέση έγραφε XP:1/20000. Η μπλούζα μου άλλαξε τροπάριο και έγραψε με ένα μικρό font, «Χμμ, πολύ world of warcraft θυμίζει αυτό». Έκανα να αγγίξω την μπάρα, και το χέρι μου πέρασε από μέσα της, σαν να ήταν από καθαρό φως. Στη μπλούζα μου εμφανίστηκε ένα τεράστιο WTF. Ο άλλος έδειχνε να το διασκεδάζει. Αμίλητος, του έδειξα την μπλούζα μου. Αναστέναξε. «Εντάξει, είναι ένας από τους ρόλους μου, όλοι έχουν ένα σωρό ερωτήσεις όταν έρχονται εδώ και πριν πάνε στην ΠΒΕ πρέπει να τους έχουν απαντηθεί οι περισσότερες. Οπότε κάθησε, θα μας πάρει λίγη ώρα.» Με ένα νεύμα του χεριού του εμφανίστηκαν δύο κόκκινες πολυθρόνες και μια αρχαία τηλεόραση ανάμεσα μας. Η μπλούζα μου αμέσως άλλαξε σε «Εεεεεε!» και αυτός αναστέναξε «Ναι, σου εμφανίζουμε ότι είναι βολικό στο μυαλό σου, και για κάποιο λόγο είσαι κολλημένος με το matrix οπότε... Καλως ήρθες στο οικοδόμημα! Τι θέλεις να μάθεις ?»

Τον κοίταξα προβληματισμένος. Πρώτα-πρώτα μου θύμιζε κάποιον. Έντονα. Δυο γρανάζια που γυρνούσαν με εξαιρετικό animation εμφανίστηκαν στη μπλούζα μου. Δευτερόλεπτα αργότερα αντικαταστάθηκαν από ένα φωτισμένο γλόμπο. «Γιατί μοιάζεις με το δάσκαλο μου στο δημοτικό, τον κύριο Άγγελο?» Αυτός χαμογέλασε. «Όταν πέθανες επεξεργαστήκαμε το φάκελό σου ψάχνοντας για τον πρώτο άνθρωπο που σεβάστηκες ποτέ. Συνήθως είναι ο πιο κατάλληλος για να σε υποδεχτεί ομαλά στη ζωή μετά. Εσένα έτυχε να είναι ο δάσκαλός σου.» «Ναι αλλά ο κύριος Άγγελος είχε ύψος ένα και πενήντα και εσύ είσαι στο ύψος μου», ανταπάντησα αμέσως. Μόρφασε φανερά δυσαρεστημένος «Άχρηστοι data processors! Προφανώς δεν έλαβαν υπόψη τους ότι ήταν όντως στο ύψος σου όταν τον θυμόσουν εσύ, που ήταν στην Πέμπτη δημοτικού» Καθώς μιλούσε άρχισε να συρρικνώνεται, μέχρι που έγινε ο κύριος Άγγελος που ήξερα. Τεντώθηκε, λέγοντας «Μικρό το κακό με εσένα πάντως. Με τις μαλακίες που μας δίνει ο αρχαίος data processor που έχουμε, έπρεπε να δεις πόσες μέρες μας πήρε να ηρεμήσουμε τον Πικάσσο όταν του εμφανίστηκα σαν την μάνα του.»

Κανονικά θα έπρεπε να το είχα βρει αστείο αυτό το τελευταίο όμως οι απορίες μου με έπνιγαν. Ήμουν νεκρός ? Τελικά υπήρχε μετά θάνατο ζωή ? Αυτό σήμαινε ότι υπάρχει και ένας Θεός, Βούδας, Αλλάχ ? Θα ξαναέβλεπα αγαπημένα μου πρόσωπα ? Τι υπάρχει έξω από το «οικοδόμημα» ? Ο Άγγελος ήταν όντως άγγελος ? Όλοι περνούσαν από το ίδιο σημείο μετά το θάνατο τους η υπήρχαν διαφορετικοί προορισμοί ? Και τι operating system έτρεχε αυτός ο data processor ?»

Με κοίταξε με γλυκό ύφος, σχεδόν συγκινημένο. «Κοίτα τον», είπε, «δεν είναι εδώ παρά μόνο λίγα λεπτά και ήδη άρχισε να εγκληματίζεται και να τον απασχολούν ευτελή πράγματα. Για να αρχίσουμε από την τελευταία σου απορία, όλα μας τα τερματικά εδώ τρέχουν Windows Vista Ultimate Edition και όλα μας τα database applications είναι γραμμένα σε Visual Basic 6.» Ένα ρίγος με διαπέρασε. Πριν καν προλάβει η μπλούζα μου να γράψει κάτι του είχα πει με αυθεντικό τρόμο και πανικό: «Ώστε τελικά είμαι στην κόλαση!» Τράβηξε την πολυθρόνα του κοντά μου, και σχεδόν ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό μου. Στα μάτια του «έπαιζαν» δύο φωτιές. «Κοντά έπεσες» μου είπε. Τώρα άραξε στην πολυθρόνα σου και άκου γιατί έχουμε πολλά να πούμε.»

«Όπως σίγουρα γνωρίζεις υπάρχουν άπειρες θεωρίες για το τι συμβαίνει μετά το θάνατο στους ανθρώπους. Χονδρικά μπορούμε να τις χωρίσουμε σε δύο κύριες κατηγορίες. Σε εκείνες που τάζουν ανταμοιβή / τιμωρία ανάλογα με τη ζωή που έζησε κανείς στη γη –πχ ο παράδεισος και η κόλαση-, και σε εκείνες που τάζουν μια γενικότερη και αόριστη συνέχεια –πχ η μετενσάρκωση-. Η αλήθεια είναι πολύ κοντά στη δεύτερη κατηγορία. Υπάρχει μια γενικότερη συνέχεια. Ξέρω ότι δεν πιστεύεις στην ύπαρξη της ψυχής, και ότι πίστευες ότι όταν πεθάνεις θα τελειώσουν όλα. Άκου όμως μια απλουστευμένη θεωρία που σου ετοίμασα και προσπάθησε να την κατανοήσεις. Έστω ότι το σώμα σου, ο Paddy, δεν είναι παρά ένα κοντέινερ, ένα PC Case, και ότι το μυαλό σου είναι ένας σκληρός δίσκος. Όπως ξέρεις άλλωστε το μυαλό σου λειτουργεί με ρεύμα. Σκέψου ότι σε κάποια άλλη διάσταση υπάρχει ένα ακριβές αντίγραφο του πλανήτη σου σε μακροσκοπικό επίπεδο, ή σε κάποια μορφή εξομοίωσης. Ας αποκαλέσουμε αυτό το χώρο “MotherShip”. Τη στιγμή λοιπόν που πεθαίνες, ο εγκέφαλος σου χρησιμοποιεί την τελευταία σου πνοή και αρχίζει ασύρματα να μεταδίδει τα data σου, άρα και αυτό που είσαι στο MotherShip. Κάτω, μένει το κέλυφος. Τα data έρχονται εδώ. Αν αναρωτιέσαι για την απόσταση που διανύουν τα data, δεν είναι τόσο μεγάλη, ήδη στη γη επικοινωνείτε με αρκετά μακρινές αποστάσεις στο διάστημα, πιστεύω ότι σε λίγα χρόνια θα μπορείτε ακόμα και να μας ξεπεράσετε. Εκείνο που εμείς έχουμε πετύχει όμως είναι να το κάνουμε με ελάχιστη ενέργεια, ενώ εσείς χρειάζεστε τεράστιες γεννήτριες και κεραίες. Όπως και να ‘χει, η συνείδησή σου φτάνει λοιπόν εδώ, και φορτώνεται στο πρόγραμμα simulation το οποίο σε τοποθετεί στο χώρο υποδοχής και περιμένεις ένα Agent. Εδώ ξεκινά ο δικός μου ρόλος. Σου κάνω το απαραίτητο orientation, λύνω τις οποιεσδήποτε απορίες σου και μετά σε πηγαίνω στην ΠΒΕ για να εξελιχθείς. Η εξέλιξη σου εξαρτάται αποκλειστικά από εσένα, εμείς έχουμε εξαιρετικά εξοπλισμένες εγκαταστάσεις για να σε βοηθήσουμε, αλλά θα πρέπει να θέλεις και εσύ να βοηθηθείς. Όσο πιο γρήγορα ολοκληρώσεις την εξέλιξη, την οποία μπορείς να παρακολουθείς από το XP bar που έχεις δίπλα σου, τόσο πιο γρήγορα θα ξαναγυρίσεις στη γη. Ναι, σωστά κατάλαβες, θα μεταφερθείς σε ένα νέο κοντέινερ την ώρα της γέννησής του και θα ξαναρχίσεις τη ζωή σου. Μην τρομάζεις, πάλι άντρας θα είσαι, εκτός και αν κάνεις κάτι πραγματικά στραβό στη βασική σου εκπαίδευση. Οι γυναίκες πάνε σε εντελώς άλλη ΠΒΕ, και δεν πρόκειται να συναντήσεις καμμία εδώ μέσα, ΕΚΤΟΣ από όόόόλες όσες ήδη γνώρισες στην τελευταία σου ζωή. Βέβαια δεν θα είναι παρά αποκυήματα του μυαλού σου αλλά να είσαι σίγουρος ότι θα σου φανούν αρκετά αληθινές. Γενικά, κατά την παραμονή σου κοντά μας ο μόνος με τον οποίο θα έχεις επαφή είμαι εγώ, που θα σε καθοδηγώ για να εξελιχθείς. Όταν κρίνουμε ότι είσαι έτοιμος, θα κατέβεις ξανά στη γη για να συνεχίσεις το έργο σου. Το έργο όλων σας δηλαδή. Στην ερώτησή σου σχετικά με το αν περνούν όλοι από το ίδιο σημείο η απάντηση είναι πως όχι. Καταρχάς διαχωρίζουμε τους άντρες από τις γυναίκες, για λόγους που θα καταλάβεις αργότερα. Έπειτα, τους άντρες, τους στέλνουμε σε προορισμούς οι οποίοι λίγο πολύ έχουν να κάνουν με το IQ τους. Για τον λόγο αυτό εσύ θα πας στην 124 ΠΒΕ, οπού ναι, καλά μαντεύεις το ΠΒΕ σημαίνει Πτέρυγα Βασικής Εκπαίδευσης. Τα υπόλοιπα θα στα πω εκεί.

Καθώς μιλούσε μια «πόρτα» άνοιξε πίσω του όπου μπορούσα να δω ένα πολύ γνώριμο περιβάλλον. Στρατιώτες με μπλε στολές φώναζαν σε τύπους σαν και εμένα οι οποίοι με χαμένο ύφος έμπαιναν σε γραμμές και προχωρούσαν προς το βάθος όπου υπήρχε μια επιτροπή τριών ατόμων καθισμένοι πίσω από ένα σχολικό θρανίο. Ο «κύριος Άγγελος» με χτύπησε φιλικά στην πλάτη και μουρμουρίζοντας μου «καλή τύχη» με έσπρωξε προς την είσοδο. Με ένα κοροιδευτικό τόνο μου είπε «Step into the light boy»

Και εγώ, έχοντας ήδη ένα πολύ άσχημο προαίσθημα, υπάκουσα...

(To be continued…)

3 σχόλια:

Mixas είπε...

Φίλε Paddy
Ένα εκπληκτικό μίγμα από ιδέες γραμμένες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο με μία ρεαλιστική περιγραφή, που θα μπορούσα άνετα να την πιστέψω ακόμα και σαν πραγματικότητα, με χιούμορ σε κάθε παράγραφο χωρίς να σου χαλάει την εικόνα με κομμάτια καλλιτεχνικής φύσεως (η μάνα του Πικάσο πως σου ήρθε ρε) και με απίστευτα ερωτηματικά να σε κρατάνε σε αγονία σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και να σε κάνουν να τρελαίνεσαι όταν βλέπεις το (To be continued…).

Περιμένω την συνέχεια.

Υ.Γ. Τελικά είμαστε όλοι Cylons.

Karios είπε...

Είσαι άρρωστος αγόρι μου. Αλλά θέλουμε να μάθουμε τη συνέχεια του matrixbattlestargalacticaκαιγωδενξέρωτιάλλο δημιουργήματός σου! Άσε τη δουλειά και γράφε! Και στείλτα και στο bankit.gr!

Stamatis είπε...

Τι λες τώρα! Θέλω να κάνω ένα VNC over SSL connection (2048bit encryption) στο μυαλό σου, να μάθω την συνέχεια...! ;)