Πολλές φορές όταν ακούω κάποιο τραγούδι μου έρχονται διάφορες εικόνες στο μυαλό. Κάποιες τέτοιες εικόνες μάζεψα από το εξαιρετικό Desert Rose του Sting και τις έκανα ιστορία. Όταν την ολοκλήρωσα μπήκα στο youtube για να δω το videoclip του τραγουδιού –πράγμα που απέφευγα να κάνω όσο έγραφα για να μην επηρεαστώ-. Με ανακούφιση είδα ότι η ιστορία μου δεν έχει καμμία σχέση με το videoclip, και ότι τελικά η τέχνη μιλάει στον καθένα μας στη δική του γλώσσα. Enjoy.
Ονειρεύομαι βροχή yele-e-yele…
Ονειρεύομαι κήπους μέσα στην έρημο.
Ο ήλιος κυριολεκτικά με γδέρνει. Είμαι μπρούμυτα με το κεφάλι χωμένο στην άμμο για άλλη μια φορά. Νομίζω ότι δεν θα σηκωθώ ξανά. Τριγύρω μου η ατμόσφαιρα είναι τόσο βαριά και καυτή που νομίζει κανείς ότι έχει αποκτήσει υπόσταση, και ότι σχεδόν μπορείς να πιάσεις μια χούφτα πηχτό αέρα. Η άμμος έχει εισχωρήσει στα ρούχα μου, στα αυτιά μου, στα μαλλιά μου και στο στόμα μου. Δεν είμαι άνθρωπος πια. Ότι ανθρώπινο είχα πάνω μου αφαιρέθηκε αργά αργά από τον ήλιο και τη δίψα, σαν να έκανα ένα αργό αισθησιακό στριπτήζ όπου αντί για ρούχα πετούσα τα ανθρώπινά μου γνωρίσματα.
Πρώτα έφυγε η λάμψη από τα μάτια μου.
Δεν ξέρω πόσες μέρες ήμουν εδώ όταν συνέβη. Απλά κάποια στιγμή που έβγαλα το καθρεφτάκι για να ρίξω μια ματιά στα εγκαύματα στο πρόσωπό μου παρατήρησα ότι τα μάτια μου ήταν μάτια νεκρού. Κοιτούσα έκπληκτος την εικόνα μου και δεν μπορούσα να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να αφυδατωθεί το μάτι ενός ζωντανού ανθρώπου. Μετά φρίκαρα και πέταξα τον καθρέφτη στην άμμο. Δεν ήθελα να το ξαναδώ αυτό ποτέ πια. Γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω και είδα τα ίχνη μου στην άμμο να προεκτείνονται μέχρι όσο πήγαινε το βλέμμα μου. Δεν είχα ιδέα από που ερχόμουν και προς τα που πήγαινα. Όσο και αν περπατούσα προς τα εμπρός, το σκηνικό δεν άλλαζε ούτε στο ελάχιστο. Στάσιμη άμμος, και μια άπνοια που δεν είχα ξαναζήσει. Όλα ήταν ακίνητα γύρω μου. Ούτε ένα τόσο δα αεράκι, να σπρώξει έναν κόκκο λίγα χιλιοστά παραπέρα. Η μόνη «κίνηση» που αντιλαμβανόμουν εκτός απο το περπάτημα μου ήταν θερμά κύματα αέρα από την άμμο που ανεβαίναν προς τα πάνω. Και φυσικά ο βασανιστικός ήλιος που ένοιωθα ότι «έστελνε» ζέστη προς τα κάτω. Ασυναίσθητα σκέφτηκα πόσο μου άρεσε να αφήνω το τοστ στην τοστιέρα μέχρι να λιώσει το τυρί και να αρχίσει να ξεχειλίζει από τα πλαϊνά του. Μειδίασα, και ένοιωσα τα χείλη μου να σκίζονται στις άκρες.
Εκεί «έφυγε» και το χιούμορ μου.
Ξύπνησα με φριχτούς πόνους (yele-e-yele). Πρέπει να έβλεπα κάποιο εφιάλτη γιατί είχα αρπάξει δυο χούφτες καυτή άμμο και την έσφιγγα με όλη μου τη δύναμη. Θεέ μου, ΚΑΙΓΟΜΑΙ. Άνοιξα τις παλάμες μου και η άμμος άρχισε να πέφτει. Κάμποση έμεινε κολλημένη πάνω στα χέρια μου και έλαμπε στον ήλιο σαν εκατομμύρια μικροσκοπικά καθρεφτάκια. Δεν ξέρω πόση ώρα χρειάστηκε για να φτάσει η άμμος στο έδαφος, νομίζω ότι είτε έχω αρχίσει να χαζεύω, ή ότι η έννοια του χρόνου εδώ είναι ελαστική. Τα έβλεπα σε αργή κίνηση να πέφτουν και ασυναίσθητα μου ήρθε στο νου η εικόνα της γυναίκας μου. Καλά, της πρώην γυναίκας μου. Της άρεσαν τόσο όλα τα πράγματα που γυαλίζουν. Στιγμιαία μεταφέρθηκα με τη φαντασία μου στην ημέρα που της έκανα πρόταση γάμου. Όχι δεν ήταν γάμου, ήταν κάτι άλλο που δεν το θυμάμαμαι καθαρά τώρα. Η καλντέρα της Σαντορίνης ζωγραφίστηκε μπροστά μου με έντονα, σχεδόν εξωπραγματικά χρώματα. Οι δυο μας ακουμπισμένοι σε ένα πεζούλι που κοιτούσε απευθείας στη θάλασσα με δυο φωτισμένα καράβια. Το δαχτυλίδι που γυάλιζε καθώς το περνούσα στο δάχτυλο της. Και στη μέση φυσικά του πίνακα ζωγραφισμένη με τα πιο έντονα χρώματα από όλους, με το πιο εκτυφλωτικό λευκό, ήταν εκείνη. Η εικόνα πάγωσε μπροστά μου. Ναι, ήταν αγάπη. Καθαρή ανιδιοτελής αγάπη. «Και που κατέληξε?» ρώτησε ο κυνικός μου εαυτός. Μονομιάς η εικόνα της άρχισε να ζαρώνει και να μαυρίζει, σαν να ήταν μια φωτογραφία και κάποιος να της είχε βάλει φωτιά (yele-e-yele). Μια φωτιά με νόηση που πρώτα άρχισε να καίει εκείνη, μετά την καλντέρα και στο τέλος ότι είχε μείνει όρθιο από την φωτογραφία ήμουν εγώ με ένα πύρινο κύκλο ολόγυρα μου. Οι φλόγες το σκέφτηκαν λίγο, κοντοστάθηκαν για ένα-δύο δευτερόλεπτα και μετά εφόρμησαν πάνω μου από όλες τις κατευθύνσεις. Ένοιωσα τη ζέστη. Κοιτάω κάτω και τα ρούχα μου έχουν πάρει φωτιά. Είναι αδιανόητο αλλά έχω φλογίσει σαν τον ανθρώπινο πυρσό από τα κόμιξ που διάβαζα μικρός. Περιμένω να αισθανθώ φριχτούς πόνους και να δω το δέρμα μου να γίνεται κάρβουνο, αλλά αντί αυτού αισθάνομαι μόνο μια ζέστη μέσα στα σπλάχνα μου. Και ξαφνικά καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Καίγομαι μέσα μου, καίγομαι έξω μου, και το ενδιάμεσο, το σώμα μου μένει άθικτο. Τι εφιάλτης είναι αυτός, τι μαρτύριο και γιατί το περνάω?
Ξαφνικά, νυχτώνει. Έτσι απλά, χωρίς καμία προειδοποίηση. Στηρίζομαι στο ένα γόνατο, σηκώνομαι όρθιος και αφουγκράζομαι το απόλυτο κενό γύρω μου. Εξακολουθώντας να καίγομαι αρχίζω ασυναίσθητα να περπατάω, μια φλόγα μέσα στην έρημο χωρίς σκοπό ύπαρξης η προορισμό. Προχωράω προς τα «εμπρός» αλλά το κεφάλι μου είναι στραμμένο στα δεξιά μου, γιατί η φωτιά σε συνδυασμό με το αδύναμο φως του φεγγαριού σχηματίζει ενδιαφέρουσες σκιές δίπλα μου. Νομίζω ότι οι σκιές αντικατοπτρίζουν όλα όσα επιθύμησα ποτέ στη ζωή μου, βλέπω χρυσόμαυρες εικόνες από παιδικά παιχνίδια, από υπολογιστές από οχήματα, από χρήματα, από γυναίκες, από φίλους, από... λουλούδια ? Βλέπω μια όαση με φοίνικες η το μυαλό μου παίζει παιχνίδια ? Γυρίζω απότομα αριστερά και ναι, σε απόσταση λίγων μέτρων υπάρχουν λουλούδια (yele-e-yele). Βλάστηση! Νερό! Λύτρωση.
Μαζεύοντας όσες δυνάμεις πιστεύω ότι μου έχουν απομείνει αρχίζω να τρέχω (κουτσαίνω) μέχρι εκεί. Η απόσταση μικραίνει όλο και περισσότερο και μέσα στο ημίφως βλέπω ήδη το γκριζοπράσινο χρώμα από το επίμονο χορτάρι που τόλμησε να φυτρώσει στη μέση αυτής της κόλασης. Η σκιά μου με ακολουθεί καταποδάς, λίγα εκατοστά πιο πίσω. Είμαι κοντά πια (yele-e-yele) και η μυρωδιά της βλάστησης με τυλίγει και σχεδόν μεθάω. Ούτε στιγμή δεν μου περνάει από το μυαλό ότι μπορεί να πρόκειται για μια καλοστημένη παραίσθηση, είναι όλα τόσο ζωντανά, τόσο.. δίπλα μου. Λίγα βήματα ακόμα και είμαι εκεί. Καθώς πλησιάζω διακρίνω καθαρά στη μέση της όασης μια λίμνη με νερό που αντανακλά το φως του φεγγαριού...
Το δευτερόλεπτο που το φλογισμένο μου πόδι ακουμπάει το γρασίδι, ξεσπάει η κόλαση. Η όαση παίρνει φωτιά σαν να την είχαν ποτίσει με βενζίνη. Τα δέντρα γίνονται κάρβουνο και μετά στάχτη μέσα σε δευτερόλεπτα. Τα φυτά καίγονται τόσο γρήγορα και απότομα που για λίγο διατηρούν το σχήμα τους και απλά το χρώμα τους γίνεται σταχτί. Στρέφω με αγωνία το βλέμμα μου στη λίμνη, και πριν προλάβω καν να ανακουφιστώ που είναι ακόμα εκεί ακούγεται ένας υπόκωφος θόρυβος ακριβώς από το κέντρο της και μια μεγάλη φούσκα σχηματίζεται στην επιφάνειά της. Μέχρι να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου το νερό βράζει και μέσα σε λίγες στιγμές έχει ήδη εξατμιστεί.
Έτσι «έφυγε» η ελπίδα μου.
Όλα γίνονται απότομα στον κόσμο αυτό, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για την αλλαγή. Η νύχτα γίνεται μέρα, και μετά αμέσως ξανά νύχτα. Τα λιγοστά σύννεφα στον ουρανό δεν κινούνται αργά αλλά τρέχουν μπροστά από τα μάτια μου και εξαφανίζονται σε δευτερόλεπτα μόνο και μόνο για να αντικατασταθούν από κάποια άλλα σαν να έχει βάλει κανείς ταινία σε fast forward. Οι παραισθήσεις μου έρχονται και φεύγουν τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνουν καν να ολοκληρωθούν, βλέπω απλά σκιές να εναλλάσονται, σκιές από όλα όσα έχω ζήσει. Βλέπω τους φίλους μου να περνούν σαν φαντάσματα απο μπροστά μου και απλώνω το χέρι μου που περνάει από μέσα τους για να τους σταματήσω. Προσπαθώ να τους μιλήσω αλλά παρόλο που τα χείλη μου κινούνται δεν ακούω κανένα ήχο να βγαίνει από εμένα, τα καλύπτει όλα το τριζοβόλημα της φωτιάς που έχω γύρω μου.
Συνεχίζω να προχωράω. Έχει πάλι μεσημεριάσει και ο ήλιος καίει. Κάπου εδώ πλέον αρχίζω να το παίρνω απόφαση ότι δεν θα βγω ποτέ από αυτή την κόλαση. Τίποτα και κανείς δεν μπορεί να με βοηθήσει, και ακόμα χειρότερα δεν θυμάμαι από που ήρθα και προς τα που πάω. Κάπου εδώ αρχίζω να καταθέτω τα όπλα και να περπατάω όλο και πιο αργά, σχεδόν να σέρνομαι. Κάπου εδώ αρχίζω να παρακαλάω για τον θάνατο. Κάπου εδώ..
... «φεύγουν» τα λογικά μου.
Και τότε βλέπω τον τάφο για πρώτη φορά. Στη μέση του πουθενά, ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος με το χώμα να έχει στοιβαχτεί ακριβώς δίπλα του, και αντί για σταυρό, ένα διχαλωτό κομμάτι ξύλου μπηγμένο στο έδαφος στη μία του άκρη. Στη διχάλα του, κρέμεται ένα περίστροφο. Ξέρω ότι έχει μια μόνο σφαίρα μέσα, με την ίδια σιγουριά που ξέρω ότι είναι εκεί για εμένα. “Special Delivery” που έλεγε και ο Κλουζώ. Ναι, εκεί θα πάω να κουρνιάσω, αν μη τι άλλο έχει σκιά εκεί. Με αργές κινήσεις σηκώνω το όπλο και το ακουμπάω στον κρόταφό μου. «Στήνομαι» έτσι ώστε το άψυχο σώμα μου να πέσει μέσα στον τάφο και σφίγγω τα δόντια. Δεν τρέμει το χέρι μου, είναι αυτό που θέλω. Καθώς όμως αρχίζω να σφίγγω τη σκανδάλη, καταλαβαίνω πως κάτι έχω ξεχάσει. Θέλω να αφήσω κάτι πίσω μου, δεν θέλω να θαφτώ κάτω από την άμμο και κανείς να μην ξέρει ότι υπήρξα. Κατεβάζω το όπλο, και αργά βγάζω την ασημένια κιθάρα που κρέμεται από το λαιμό μου, και την περνάω στη διχάλα. Αυτό θα είναι το μνημείο μου. Ακουμπάω ξανα το όπλο στο κεφάλι μου, κοιτάω για τελευταία φορά γύρω μου και σφίγγω την κιθάρα για να την αποχαιρετήσω. Και ξαφνικά νιώθω ένα τράνταγμα.
Μια ντουζίνα λάμπες φθορισμού ανάβουν μπροστά μου και εγώ είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα με κάποια πορτοκαλί καλώδια συνεδεμένα πάνω μου. Ο Βασίλης στέκεται ακριβώς από πάνω μου και φαίνεται θεόρατος καθώς με κοιτάει με επιτιμητικό ύφος. «Πάλι σκατά τα έκανες», μου λέει, και με μια απότομη κίνηση τραβάει τα καλώδια και με αποσυνδέει από τον εξομοιωτή. Μορφάζω καθώς νοιώθω ακόμα μια ελαφριά ζαλάδα αλλά κατά τα άλλα είμαι χαρούμενος και έχω πλήρη συναίσθηση του ποιος είμαι. Ο Βασίλης μου δίνει ένα ποτήρι νερό το οποίο δέχομαι αδιάφορα, και με οδηγεί στο καθιστικό του ιατρείου του. Κάθεται σκυθρωπός απέναντί μου.
«Θέλω να συνεχίσουμε με κανονική θεραπεία. Στον καναπέ μου. Τέρμα ο εξομοιωτής για εσένα.» Πάω να τον διακόψω και σηκώνει επιτακτικά το χέρι. «Ξέρω, ξέρω. Δεν έχεις τίποτα να μου πεις γιατί πιστεύεις ότι δεν έχω τίποτα να σου πω για εσένα. Τα ξέρεις ήδη όλα για τον εαυτό σου, και δεν έχεις τίποτα να ανακαλύψεις. Μου τα έχεις ξαναπεί αυτά και τα έχω σεβαστεί πολλές φορές. Πρέπει όμως να καταλάβεις ότι ο εξομοιωτής χρησιμοποιείται κυρίως σε ανθρώπους με σοβαρές παθήσεις και περιορισμένη ικανότητα επικοινωνίας όπως π.χ. σχιζοφρενείς, η μανιοκαταθλιπτικούς. Είναι ένα μέσο για να πάνε σε ένα χώρο που αυτοί θέλουν, και όπου μπορούν νοερά να καλέσουν τόσο αυτούς που θέλουν να αντιμετωπίσουν όσο και αυτούς που θα τους βοηθήσουν. Εσύ όμως Παντελή, πραγματικά με ανησυχείς. Δεν καλείς κανένα. Ούτε φίλο, ούτε εχθρό. Βρίσκεσαι πάντα σε μια έρημο και όλοι είναι σκιές και φαντάσματα. Ό,τι καλό έχεις ζήσει στη ζωή σου το καταστρέφεις και το εκμηδενίζεις, το κάνεις να φαίνεται ανούσιο και ασήμαντο. Πας εκεί μόνος και παραμένεις μόνος να περιπλανιέσαι άσκοπα, και να υποφέρεις. Είναι σαν να αυτομαστιγώνεσαι, όπως κάνουν οι μοναχοί. Ο κόσμος που δημιουργείς δεν έχει στην ουσία υπόσταση, είναι ένας κρανίου τόπος. Αν δεν μου φαινόταν εντελώς παράλογο θα έλεγα ότι το έχεις δει σαν παιχνίδι, ένα παιχνίδι επιβίωσης. Σου έχω πει πολλές φορές ότι σε ένα νορμάλ μυαλό ο εξομοιωτής μπορεί να παίξει άσχημα παιχνίδια. Μπορεί πχ να σε εθίσει στη χρήση του. Μπορεί να βρει τι σε τραβάει και να στο προβάλλει για να σε κάνει να ζητάς κι άλλο. Ήρθες σε εμένα από περιέργεια, δεν θέλω να σε δω να καταντάς πρεζάκι της μηχανής. Αν λοιπόν θέλεις να συνεχίσουμε, από την ερχόμενη εβδομάδα θα έχουμε φυσιολογικές συνεδρίες στον καναπέ.»
«Δεν μπορείς να με αναγκάσεις και το ξέρεις», του είπα σταθερά. «Αν δεν μου επιτρέψεις να χρησιμοποιώ τον εξομοιωτή θα πάω απλά σε άλλο ψυχολόγο.»
Αναστέναξε βαθιά. «Όχι, δεν μπορώ να σε αναγκάσω. Μπορώ όμως να σε παρακαλέσω. Σκέψου το σε παρακαλώ, σκέψου ότι κάνεις κακό στον εαυτό σου. Έλα την ερχόμενη εβδομάδα την ίδια ώρα, και ό,τι και αν έχεις αποφασίσει θα το σεβαστώ.» Σηκώθηκε κοιτώντας το ρολόι του και με πήγε μέχρι την πόρτα. Καθώς έμπαινα στο ασανσέρ, έβαλε το κεφάλι του στο θάλαμο. «Κάτι τελευταίο. Πως στο δαίμονα τολμάς κάθε φορά και αντί να βάλεις τη σκανδάλη επαναφοράς πάνω στη σκανδάλη του όπλου τη βάζεις πάνω στην κιθάρα σου? Κάποια μέρα θα πυροβολήσεις ξέρεις, και θα αναγκαστείς να βιώσεις τον ίδιο σου το θάνατο πριν σε κάνω reset.»
Χαμογέλασα. «Απλά ξέρω», του είπα. «Το πολύ πολύ όπως λες να βιώσω τον ίδιο μου το θάνατο. Δεν θα είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος που το ζει αυτό στον εξομοιωτή, σωστά ?»
Με κοίταξε έκπληκτος. «Παίζεις! Παίζεις, όπως κάνεις όταν οδηγείς που νομίζεις ότι τρέχεις σε racing game. Τζογάρεις με τον εξομοιωτή! Τζογάρεις με τον εαυτό σου! Είσαι απίστευτος. Τρέχα μέχρι το Mediamarkt να πάρεις το Playstation 5 να ξεκαυλώσεις και άσε με να κάνω τη δουλειά μου.» Και μου κοπάνησε την πόρτα του ασανσέρ στα μούτρα.
Βγήκα στο δρόμο και άρχισα να περπατάω αναζωογονημένος. Έπαιρνα βαθιές ανάσες αέρα, όλα μου φαινόντουσαν πιο απλά. Θα μπορούσα να κάτσω να εξηγήσω στο Βασίλη ότι κάθε συνεδρία με το μηχάνημα για εμένα ήταν μια κάθαρση. Θα μπορούσα να του πω ότι μπορεί να μην αντιμετώπιζα τα προβλήματά μου αλλά ότι τουλάχιστον έκανα κάτι, ότι αντιμετώπιζα τον ίδιο μου τον εαυτό. Τέλος θα μπορούσα να του πω για εκείνη την πόλη που βλέπω μακριά κάθε φορά που κάνω logon και που προσπαθώ να την φτάσω. Dry Gulch τη λένε, δεν ξέρω πως το γνωρίζω, αλλά είμαι σίγουρος. Την βλέπω στιγμιαία και μετά χάνεται, και μετά από λίγο την ξεχνάω όσο είμαι μέσα, αλλά θα την βρώ. Ω ναι, την ερχόμενη εβδομάδα που θα μπω (yele-e-yele) είμαι βέβαιος πως θα την βρω...

3 σχόλια:
"Με ανακούφιση είδα ότι η ιστορία μου δεν έχει καμμία σχέση με το videoclip" ...θα ήταν λίγο απίθανο να είχε σχέση.
Επίσης, -άσχετο - αλλά υπάρχει ένα φυτό που ανομάζεται Ρόδο της Ιεριχούς ή Ρόδο της Ερήμου (κατα άλλους), το οποίο λέγεται, πως αποροφά την αρνητική ενέργεια και φέρνει καλή τύχη.
Τρέχα μέχρι το Mediamarkt να πάρεις το Playstation 5 να ξεκαυλώσεις.
Αυτό τα λέει ολα.
Υποσυνείδητα λες στον εαυτό σου ότι έχεις εθιστεί φίλε.
Να πας διακοπές χωρίς Laptop και να ξυπνάς κάθε μέρα και να λες
“Είμαι ο Παντελής (όχι Paddy) και είμαι καλά.”
Το πρόβλημα θα το έχουμε οι υπόλοιποι που δεν θα έχουμε τον Paddy να τρέξουμε κάθε φορά που κάνουμε μια μαλακία η που βρίσκουμε τα σκούρα.
NO COMENT...APLA...
XRONIA POLLA PADYYYY
(TSIKIS)
Δημοσίευση σχολίου