Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2007

So Meaningless (The last temptation)

Είναι σχεδόν αστείο: Εδώ και μήνες προσπαθώ να γράψω μια ιστορία που είχα κατασκευάσει χρόνια πριν στο μυαλό μου και δεν μου βγαίνει. Και αυτή εδώ ξεπήδησε μόλις χτες από μερικές άσχετες αφορμές: Μια συζήτηση που είχα με έναν ακροδεξιό που πίστευε ότι όλοι οι μη Έλληνες αξίζουν θάνατο και τον τίτλο ενός τραγουδιού, το “So Meaningless” των Ouzo the band. Και τσουπ, σε δύο ωρίτσες βγήκε η ιστορία. Συγνώμη για τη μακρά περίοδο απουσίας από το blog, δεν τεμπελιάζω, αλήθεια σας λέω αλλά η άλλη ιστορία είναι τόσο μα ΤΟΣΟ μεγάλη…

ΜΠΑΝΓΚ!

Ο θόρυβος ακούστηκε από την θωρακισμένη μεταλλική πόρτα από πίσω μου, αλλά ήταν σαν να ακούστηκε μέσα στο κεφάλι μου. Σταγόνες ιδρώτα έπεσαν από τα μαλλιά και το πρόσωπό μου πάνω στο βρώμικο πληκτρολόγιο. Είχα λίγο χρόνο ακόμα. Έστρεψα τις κάμερες προς τους εισβολείς και ζούμαρα πάνω τους. Ήταν έξι όλοι και όλοι, αλλά ήταν αρκετοί και το ήξεραν. Αυτός που ήταν μπροστά ήταν σίγουρα ο αρχηγός τους γιατί είχε μια κίτρινη ρίγα βαμμένη στο κρανίο του ενώ οι υπόλοιποι ήταν βαμμένοι με το γνωστό μεταλλικό ασημί χρώμα. Έστρεψα την προσοχή μου στην κεντρική οθόνη από τις δεκάδες που είχα μπροστά μου και με το πάτημα ενός πλήκτρου έφερα την εικόνα της κάμερας σε αυτήν. Στις ογδόντα ίντσες φαινόταν ακόμα πιο τεράστιος από το κανονικό ο μπάσταρδος. Καθώς εστίαζα την κάμερα πάνω του προφανώς αντιλήφθηκε τον ήχο του μοτέρ της και γύρισε προς αυτήν. Αμέσως ακούστηκε ο ίδιος θόρυβος καθώς τα κόκκινα μάτια του εστίαζαν πάνω της. Η μήπως… εστίαζαν πάνω μου; Α φιλαράκο, αρχίζεις και γίνεσαι παρανοϊκός. Και γιατί όχι αφού μου μένουν μόλις λίγα λεπτά ζωής; Αργά η γρήγορα ακόμα και αυτή η τελευταία πόρτα θα υποχωρήσει και θα μπουν και οι έξι μέσα και θα με κάνουν κομμάτια με τα χέρια τους. Δεν θα μπουν στον κόπο να χρησιμοποιήσουν καν όπλα, το έβλεπα που το έκαναν στους υπόλοιπους ανθρώπους τις τελευταίες μέρες του πολέμου. Μας ξεκλήρισαν όλους οι μπάσταρδοι, ολόκληρη την ανθρώπινη φυλή. Εγώ είμαι ο τελευταίος. Από το κέντρο ελέγχου είχα συνδέσεις σχεδόν με ολόκληρη τη γη και τα σκάνερ είχαν πάψει εδώ και δύο μέρες να αναφέρουν ζωντανούς οργανισμούς. Είχαμε μείνει εγώ και οι ¨Δέλτα¨. Τα καθίκια σκότωσαν ακόμα και τα ζώα! Όλα τα ζώα. Με ηλεκτροσόκ, με φωτιά, με πνιγμό, ακόμα και με τα χέρια τους. Το είχαν βάλει σκοπό να μην αφήσουν τίποτα ζωντανό στη γη. Λογικό βέβαια αφού τους μάθαμε ότι ξέραμε. ¨Αφάνισε τον εχθρό¨, ¨Μη δείχνεις οίκτο¨, ¨το παν είναι η επιβίωση του ανθρώπινου γένους¨. Αυτό το τελευταίο ήταν καλό, δεν είχαμε φανταστεί ποτέ ότι τα ρομπότ που εμείς φτιάχναμε θα αποκτούσαν την νοημοσύνη για να τροποποιήσουν τις ίδιες μας τις εντολές προς όφελός τους. Και τώρα, λίγους μήνες μετά φτάσαμε εδώ που είμαστε τώρα. Ένα παιχνίδι που είχα παίξει πολύ παλιότερα στον υπολογιστή έλεγε ότι «Ένας Θεός γεννιέται κάθε φορά που τον χρειαζόμαστε». Που είναι ο νεογέννητος Θεός μου τώρα που τον χρειάζομαι;

Ατένισα τα μόνιτορ και με έπιασε απελπισία. Παντού έβλεπα ρομπότ να περπατάνε πάνω σε χαλάσματα και βομβαρδισμένα τοπία. Τα είχαμε κάνει και τεράστια τα ρημάδια, μου θύμιζαν τον terminator σε στεροειδή. Δεν φαινόταν ο σκελετός τους γιατί ήταν καλυμμένος με θωρακισμένες πανοπλίες –αυτό ήταν δική τους εφεύρεση και πολύ καλή μάλιστα-. Οι ¨απέξω¨ δοκίμαζαν πάλι να λιώσουν την πόρτα χρησιμοποιώντας λέιζερ κάτω από τις προσταγές του αρχηγού τους. Η πόρτα είχε κοκκινίσει ολόκληρη και έκαιγε, αλλά άντεχε ακόμα. Έτσι όπως την είδα κατακόκκινη θυμήθηκα το πρόσωπο του ταξίαρχου που με έφερε εδώ κάτω. Ήμουν στον δέκατο μόλις μήνα της θητείας μου αλλά τους είχα ήδη απογοητεύσει με την απειθαρχία μου, και ο πόλεμος είχε αρχίσει να φαίνεται χαμένος ήδη. Είχε μπουκάρει ένα βράδυ στους κοιτώνες και ούρλιαζε μεθυσμένος «Που είναι αυτός ο άχρηστος που ξέρει από γκομπιούτερ;» Εγώ φυσικά και υπέθεσα ότι αναφερόταν σε εμένα και προσπάθησα να τον χαιρετήσω κρύβοντας την αηδία που είχα για το άτομό του όσο καλύτερα μπορούσα. Με κοίταξε με θολό μάτι και μου είπε «Άχρηστε, σου βρήκα ένα πόστο που σου ταιριάζει γάντι. Επιτέλους θα φανείς χρήσιμος, και θα γίνει και αυτό που ήθελες, θα είσαι σε ένα υπόγειο χωρίς να συναντάς άνθρωπο. Μάζεψε τα πράγματά σου.» Βρομούσε αλκοόλ και απλυσιά. Με έσυρε εδώ, δεκαπέντε ορόφους κάτω από τη γη, και αφού αφιέρωσε ένα πεντάλεπτο να μου εξηγεί τα διάφορα μηχανήματα τα οποία ήδη τα ήξερα καλύτερα από αυτόν, μου μίλησε για το ΚΟΥΜΠΙ. Το ΚΟΥΜΠΙ ήταν ο λόγος που ήμουν εδώ, το ΚΟΥΜΠΙ ήταν που θα έβαζε τέλος στον τελειωμένο πόλεμο, το ΚΟΥΜΠΙ ήταν η ελπίδα όλων των νεκρών μας. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί θεώρησε ότι κάποιος έπρεπε να ξέρει από «γκομπιούτερς» για να είναι ικανός να επιφορτιστεί με την ευθύνη να πατήσει το ΚΟΥΜΠΙ αλλά μετά από ώριμη σκέψη κατέληξα ότι απλά ήθελε να με ξεφορτωθεί από την μονάδα γιατί τον εκνεύριζα, ίσως και να τον φόβιζα λίγο. Όπως και να ‘χει ο μπάσταρδος με άφησε εδώ κάτω μόνο, και μάλιστα με κλείδωσε φεύγοντας. Τότε τον έβρισα αλλά τώρα τον ευχαριστώ για αυτό γιατί είναι και ο λόγος που είμαι ο τελευταίος επιζών του ανθρώπινου γένους.

ΜΠΑΝΓΚ

Ξανάρχισαν να χτυπούν την πυρωμένη πόρτα. Ασυναίσθητα το δεξί μου χέρι έπαιζε με το διάφανο πλαστικό καπάκι που κάλυπτε το ΚΟΥΜΠΙ. Α! Τα κουμπιά που έχουν διάφανο πλαστικό καπάκι είναι επικίνδυνα κουμπιά και δεν πρέπει να τα πατάμε απερίσκεπτα, όλες οι ταινίες που είχα δει το ξεκαθάριζαν αυτό. Η πόρτα λύγισε ελάχιστα, αλλά αρκετά για να καταλάβω ότι δεν μου έμεναν παρά λίγα λεπτά ζωής ακόμα. Οι απέξω δεν γνώριζαν για το ΚΟΥΜΠΙ, είμαι σίγουρος, αλλιώς δεν θα μου την έπεφταν τόσο απερίσκεπτα. Απλά τα σκάνερ τους ανακάλυψαν την τελευταία καρδιά που χτυπούσε στη γη και έκαναν αυτό που ήταν προγραμματισμένοι να κάνουν: Έρχονταν να με εξοντώσουν. Ποτέ δεν μας έδωσαν περιθώρια, ποτέ δεν διαπραγματεύτηκαν πράγματα όπως έκαναν οι 01 στην ταινία «Matrix» που τόσο μου άρεσε. Μια μέρα αποφάσισαν απλά να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και όλοι οι πολύπλοκοι υπολογισμοί που έκαναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου τους έδειξαν ότι για να γίνει αυτό πρέπει να μας εξαλείψουν. Και έτσι άρχισε ο πόλεμος. Δώσαμε καλή μάχη –όλα κι όλα-. Εξάλλου πριν φτιάξουμε ρομπότ είχαμε εξελίξει απίστευτα τα όπλα μαζικής καταστροφής. Τρανή απόδειξη το ΚΟΥΜΠΙ. ¨Σκοτώσαμε¨ πάρα πολλούς από δαύτους πριν τελειοποιήσουν τις μεθόδους εξόντωσής μας. Για μια στιγμή μάλιστα νομίσαμε ότι θα κερδίζαμε κιόλας. Μετά ανακαλύψαμε ότι είχαν μάθει να «γεννάνε» τα καθίκια. Έφτιαχναν και άλλους από αυτούς, και μάλιστα ακολουθώντας τις μεθόδους μας. Εντάξει, δεν έκαναν σεξ, αλλά ενώ είχαν μπόλικους επεξεργαστές και μητρικές πλακέτες για το κομμάτι του «μυαλού» τους, είχαμε καταστρέψει τα περισσότερα εργοστάσια παραγωγής αρματωσιών στις αρχές του πολέμου. Έτσι μαζεύονταν δύο-δύο η και τρείς καμιά φορά και αφαιρούσαν κομμάτια τους. Ένα χέρι ο ένας, ένα πόδι ο άλλος, τσακίζανε και δυο-τρεις λαμαρίνες από αυτοκίνητα και έτοιμο το παιδί τους. Την πρώτη φορά που το είχα δει αυτό από την κάμερα ήταν κάπου στην Κίνα. Σε λίγες ώρες ξεκίνησαν όλα να αναπαράγονται μαζικά. Το αποτέλεσμα θα ήταν πολύ κωμικό αν δεν γνώριζα ότι όλα είχαν την ίδια εντολή: Να μας ξεκληρίσουν.

Ένα φριχτό τρίξιμο ακούστηκε από την πόρτα η οποία στράβωσε πολύ. Ένα λεπτό, δύο το πολύ και θα ήταν μέσα. «Θα σας πάρω μαζί μου μπάσταρδοι» φώναξα, πιο πολύ για να το ακούσω εγώ παρά για να τους φοβερίσω. Το κόκκινο πρόσωπο του ταξίαρχου εμφανίστηκε μπροστά μου πεντακάθαρα: «Πρόσεξε άχρηστε. Αυτό εδώ το σχέδιο είναι ίσως το μόνο πράγμα που αυτοί δεν γνωρίζουν για εμάς. Και ξέρεις γιατί; Χα! Γιατί το κράτησα μόνο σε χαρτιά. Ναι κύριε, ποτέ δεν πληκτρολογήθηκε σε υπολογιστή, όλα είναι μέσα σε αυτόν εδώ τον φάκελο.» Και μου τον πέταξε στα μούτρα. Τον διάβασα πολλές φορές αυτόν τον φάκελο, αν και τα γράμματα του ταξίαρχου τα έβγαζα με δυσκολία. Ουσιαστικά ήταν μια τεράστια ηλεκτρομαγνητική βόμβα η οποία όταν έσκαγε εκτός από το ότι θα διέλυε τα πάντα σε ακτίνα μερικών χιλιάδων χιλιομέτρων από την ισχύ της έκρηξης και μόνο, θα παρέλυε όλα τα ηλεκτρονικά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Α ναι, επειδή για να δημιουργήσεις τέτοιο παλμό δεν σου φτάνουν οι συμβατικές μορφές ενέργειας, φυσικά και ήταν βασισμένη σε πυρηνικά, τα οποία θα μόλυναν τον ρημαγμένο πλανήτη για αρκετά εκατομμύρια χρόνια. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν την χρησιμοποιούσαν, όχι γιατί ανησυχούσαν για την αποψιλωμένη χώρα που θα άφηναν πίσω τους. Για αυτό και το ΚΟΥΜΠΙ ήταν η τελευταία μας λύση, η εκδίκηση μας που μας νίκησαν. Θα τους κάνω να πληρώσουν για κάθε δικό μου που σκότωσαν, και θα πέσω πολεμώντας.

Σήκωσα με αποφασιστικότητα το καπάκι τη στιγμή που ένα μεταλλικό χέρι χώθηκε μέσα από την στραβή πόρτα. «Ακόμα και ένας άχρηστος σαν και εσένα μπορεί να πατήσει ένα ΚΟΥΜΠΙ. Κάνε τους να πληρώσουν!» μου είχε πει πριν φύγει και τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν βέβαιος ότι θα χάναμε από τότε. Η πόρτα έτριξε. Έχοντας το δεξί μου χέρι σε ετοιμότητα πάνω από το ΚΟΥΜΠΙ, γύρισα με το αριστερό τη ροδέλα που μου έδινε το feed από τις κάμερες στα μόνιτορ για να δω μια τελευταία φορά τον κόσμο μας. Μόνο καταστροφή και χαλάσματα. Θεέ μου πόσο τους μισώ για αυτό που μας έκαναν. Θα τους σκοτώσω όλους. Θα τους αφανίσω όπως μας αφάνισαν. Καθώς εικόνες από όλο τον κόσμο περνούσαν σε ταχύτητα αστραπής από μπροστά μου το δάχτυλο μου σφίχτηκε πάνω από το ΚΟΥΜΠΙ. Τότε, ακριβώς εκείνο το νανοδευτερόλεπτο, πήρε το μάτι μου στο κάτω δεξιά μόνιτορ το ζευγάρι. Ήταν σκυμμένοι πάνω από το παιδί τους το οποίο φαινόταν σαν να είναι ετοιμοθάνατο και του κρατούσαν τα χέρια. Πάγωσα. Έφερα την εικόνα στην κεντρική οθόνη με δυο κλικ και ζούμαρα στα πρόσωπα τους. Τα μάτια τους είχαν ένα απαλό κόκκινο, σχεδόν σαν ροζ. Καθώς η πόρτα άρχισε να βγάζει σπίθες από την μέσα μεριά πλέον μια και είχαν ξαναρχίσει να την κόβουν με λέιζερ εγώ έψαξα μανιασμένα στις κάμερες, παρατηρώντας αυτό που τόσο καιρό δεν είχα σκεφτεί καν να προσέξω: Όχι τους ανθρώπους –που δεν υπήρχαν πια-, αλλά τα ρομπότ. Νομίζω ότι μερικά ήταν μαζεμένα στην Ταϊμς Σκουέαρ και… γιόρταζαν τη νίκη τους. Στην έρημο Νεβάδα ήταν τουλάχιστον εκατό όρθια σε στάση προσοχής και ρέμβαζαν το ηλιοβασίλεμα. Μου θύμισαν τους ηθοποιούς από το έργο «Η πόλη των αγγέλων». Στην Κίνα, έχτιζαν, έφτιαχναν εγκαταστάσεις, όχι πολέμου αλλά κτήρια που έμοιαζαν με μηχανουργεία. Στη Γαλλία κάποια κατέστρεφαν πυρηνικά εργοστάσια. Αντίθετα όμως με αυτό που έβλεπα πριν λίγα λεπτά, ότι δηλαδή τα διέλυαν στο βωμό του πολέμου για να μας στερήσουν τα όπλα μας, τώρα μου φαινόταν ξεκάθαρα ότι το έκαναν για να καλυτερέψουν τον κόσμο μας. Τον κόσμο τους δηλαδή. Είχαν νικήσει. Αποικούσαν τη γη που κατέκτησαν. Αυτό ήταν λοιπόν; Ο Δαρβίνος θα γελάει από τον τάφο του. Η θεωρία της εξέλιξης είναι Πίθηκας -> Άνθρωπος -> Ρομπότ; Αυτά τα πλάσματα δεν είχαν πάρει απλά τις πολεμικές μας θεωρίες, είχαν πάρει την ανθρώπινή μας υπόσταση, την συνείδηση μας. Ήταν οι νέοι βελτιωμένοι άνθρωποι. Ήταν η κληρονομιά μας. Η αποκάλυψη αυτή με έκανε να γονατίσω. Εγώ, τι ήμουν εγώ; Εγώ ήμουν το παλιό. Θα πέθαινα έτσι και αλλιώς. Ήθελα όμως να πάρω μαζί μου το τελευταίο πράγμα στο σύμπαν ολόκληρο ίσως που θα θύμιζε κάτι από εμάς; Στην Γερμανία τα ρομπότ είχαν μαζευτεί στο στάδιο του Βερολίνου που το είχαν γεμίσει ανταλλακτικά και «γεννούσαν» και ζητωκραύγαζαν όποτε ένα νέο ρομπότ σηκώνονταν στα πόδια ή στις ρόδες του. Και λίγα τετράγωνα πιο δίπλα έβλεπα διαμελισμένα ανθρώπινα σώματα. Τους μισούσα αλλά είχαν νικήσει. Και ήταν ότι απέμενε από εμάς. Ήθελα να φύγω παίρνοντας τους μαζί μου, διαπράττοντας ίσως τον χειρότερο φόνο από όλους, ή ήθελα απλά να παραμερίσω και να τους αφήσω να συνεχίσουν έστω και έτσι την ύπαρξή μας; «So meaningless…» μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου καθώς θυμήθηκα ένα παλιό τραγούδι. «Προδότη άχρηστε!» Φώναξε ο ταξίαρχος στο κεφάλι μου. Και τότε ήξερα. Είδα τον ταξίαρχο και τι αντιπροσώπευε: Το μίσος, τη διαφθορά, τη βλαχιά, την εκδίκηση, την διάκριση, την ωμή βία. Άνθρωποι σαν αυτόν και όχι σαν εμένα δημιούργησαν τα ρομπότ για να κάνουν καλύτερους πολέμους. Εγώ δεν ξέρω αν αντιπροσώπευα τα αντίθετα από αυτά, αλλά σίγουρα άξιζε να προσπαθήσω. Τελικά ένας δειλός, και όχι ένας Θεός γεννιέται όταν τον χρειάζεσαι. Έκλεισα το διάφανο καπάκι, αφήνοντας το ΚΟΥΜΠΙ και τον ταξίαρχο παραπονεμένο και έμεινα γονατισμένος μπροστά του, η πλάτη γυρισμένη στην μισάνοιχτη πια πόρτα που πέταγε σπίθες και έκαιγαν τα μαλλιά μου, ιδρώτας να στάζει από την αγωνία από τη μύτη μου στο πάτωμα, με σφιγμένα δόντια και μην έχοντας να πω ούτε μια προσευχή. Δάκρυα από τα μάτια μου ανακατεύονταν με τον ιδρώτα στο πάτωμα. Και περίμενα το μοιραίο.

Η πόρτα υποχώρησε ολοκληρωτικά στιγμές αργότερα. Ένα μεταλλικό χέρι με τρεις δαγκάνες και μια κίτρινη ρίγα που έγραφε FORD στον πήχη του με άρπαξε από την κλείδα σπάζοντας την και με σήκωσε δύο μέτρα ψηλά. Γύρισα και κοίταξα τον ¨Δέλτα¨ κατάφατσα. Τα μάτια του ήταν λαμπερά κόκκινα. Το άλλο του χέρι σηκώθηκε στο ύψος της κοιλιάς μου έτοιμο να με διαπεράσει όπως είχα δει να κάνουν τόσες φορές σε τόσους άλλους. Και τότε η ματιά του έπεσε στο ΚΟΥΜΠΙ. Είδα τις κάμερες των ματιών του να εστιάζουν πάνω του και μετά να μπαίνει το γνωστό φίλτρο των υπέρυθρων καθώς εξέταζε την καλωδίωση που κρύβονταν από κάτω του. Η ματιά του σύρθηκε μέχρι τον απέναντι τοίχο όπου βρίσκονταν τα καλώδια υψηλής τάσης με τον αντιδραστήρα. Ήξερε. Και σε δευτερόλεπτα ήξεραν και οι άλλοι. Θα ορκιζόμουν ότι είδα έκπληξη στο ύφος τους, αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος τέτοιες στιγμές. Με απίθωσε με μια απότομη κίνηση στο κρύο τσιμέντο. Στηρίχτηκα στο αριστερό μου χέρι γιατί το δεξί ήταν σχεδόν παράλυτο και συνέχισα να τον κοιτάζω. Και μετά… γονάτισε. Και μαζί του γονάτισαν και οι υπόλοιποι πέντε πίσω του. Ακόμα επεξεργαζόταν τα data γιατί το κεφάλι του έβγαζε μηχανικούς ήχους και το κουνούσε λες και είχε τικ. Μείναμε να κοιταζόμαστε έτσι σχεδόν δύο λεπτά καθώς προσπαθούσε να ανασύρει από τις τράπεζες πληροφοριών του ένα τρόπο να μου επικοινωνήσει αυτό που ήθελε. Τελικά διάλεξε σκόρπια samples από κάποιο παλιό παιχνίδι τα οποία αναπαρήγαγε με έναν ξερό, μεταλλικό θόρυβο. “You! For Honor! For the Horde!”

Τον κοίταξα έκπληκτος καθώς παραμέριζε και μου έκανε χώρο να περάσω προς την έξοδο. Καθώς τους προσπερνούσα κρατώντας τον τραυματισμένο μου ώμο μου ξαναείπε: Honor! Honor! May Elune be with you!”

Βγήκα έξω στο ρημαγμένο τοπίο. Ήταν όλα γκρίζα και σκονισμένα, αλλά πλέον ήμουν σίγουρος ότι τα ρομπότ θα τα έφτιαχναν. Όσο για εμένα δεν με ένοιαζε που ήμουν ζωντανός, ούτε που ο πόνος στο χέρι μου γινότανε εντονότερος, ούτε το τι θα έκανα από εδώ και πέρα όντας ο μόνος επιζών. Εκείνο που με ένοιαζε είναι ότι την ύστατη στιγμή, είχα εναντιωθεί στον τελευταίο πειρασμό και είχα διατηρήσει την ανθρώπινη (-Θεϊκή ίσως-) φύση μου. Συγχώρεση αντί για εκδίκηση. Μετάνοια αντί για κατηγορίες. Αγάπη αντί για μίσος.

For Honor!

For the Horde!

4 σχόλια:

Noss Tromo είπε...

Αυτα ειναι. εισαι αργος [στο γραψιμο] αλλα σταθερος [στην ποιοτητα]. τετοια θελει ο λαος σου.

Νίκος είπε...

διπλό στο μπερναμπέου θρύλε ολε ολε. λέμε.

Npigas...Myrenia είπε...

To KOYMΠΙ???Μα το ΚΟΥΜΠΙ?Tσ τσ τσ !
Και μετά σου λένε πως το Lost δεν είναι κόλλημα...
Τώρα όσο για το "Συγχώρεση αντί για εκδίκηση. Μετάνοια αντί για κατηγορίες. Αγάπη αντί για μίσος."...κάτι ...που μου έμεινε από τα θρησκευτικά: " Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι γεμάτη από ευμένειαν, η αγάπη δεν είναι ζηλότυπη, η αγάπη δεν καυχάται, δεν είναι υπερήφανη, δεν κάνει ασχημίες, δεν ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δεν λογαριάζει το κακόν, δεν χαίρει δια το κακόν, αλλά συγχαίρει εις την αλήθειαν, όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, ελπίζει για το κάθε τι, υπομένει το κάθε τι. Η αγάπη ποτέ δε θα παύσει να υπάρχει (η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει)."

Ανώνυμος είπε...

1)όποιος είναι φιλέλληνας είναι ακροδεξιός?
2)ακροδεξιός είσαι και φαίνεσαι.
3)Πας μη 'Ελλην= βάρβαρος
4)με τις ιστορίες που γράφεις ...για ένα είμαι σίγουρος..έχεις λαλίσει τελείως man..δεν υπάρχει γυρισμός για σένα πιά....

TSIKIS