Στηρίχτηκα με την πλάτη στο ντέρικ για να πάρω μια ανάσα. Το γεμάτο φουσκάλες χέρι μου κινήθηκε προς τη τσέπη του πουκαμίσου μου και έβγαλε τα τσιγάρα μου. Έβαλα ένα στο στόμα και το άναψα χαμογελώντας ειρωνικά. Υπό κανονικές συνθήκες το να καπνίζει κανείς δίπλα σε ένα ντέρικ ισοδυναμεί με αυτοκτονία. Όχι εδώ. Εδώ είναι κυριολεκτικά ένα ghost town, όπου το μόνο πράγμα που ρέει άφθονο είναι το κρασί. Πάνε μήνες τώρα που όλες οι πετρελαιοπηγές έχουν στερέψει, και ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που είδαμε την τελευταία σταγόνα νερού να αντλείται από το κεντρικό πηγάδι της πλατείας. Κόλαση του Δάντη. Είναι σαν η γη να μας εκδικείται που εναποθέσαμε πάνω της όλες μας τις ελπίδες και τα όνειρα για γρήγορο πλουτισμό.
Κατέβασα το καπέλο μου πιο χαμηλά και ρούφηξα αργά τον καπνό που έτσουζε το λαιμό μου και άφηνε μια πικρή γεύση στο στόμα. Έχει πάει τρεις το μεσημέρι, κανονικά είναι η ώρα που η γυναίκα μου θα έβγαινε εκνευρισμένη από το σπίτι και θα περπατούσε μέχρι εδώ για να με φωνάξει επιτέλους για φαγητό. Όχι πια. Η γυναίκα μου είναι πίσω στο πατρικό της μαζί με τα δυο μου παιδιά και αμφιβάλλω αν θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν μπορώ να την κατηγορήσω, έκανε υπομονή σχεδόν έξι μήνες από τότε που άρχισαν τα πράγματα να πηγαίνουν κατά διαόλου.
Θυμάμαι σαν να ήταν χτες τη μέρα ήρθαμε εδώ. Είχαμε ακούσει για τον πυρετό του μαύρου χρυσού που είχε κατακλύσει τη Δύση. Διστάζαμε φυσικά να πάρουμε την απόφαση να μετακομίσουμε για τρίτη φορά. Εκείνο το καιρό ζούσαμε στην Ντοτζ του Κάνσας, όπου εργαζόμουν –ή μάλλον προσπαθούσα να εργαστώ- ως «μηχανικός τηλεπικοινωνιών». Μαλακίες δηλαδή, σκάβαμε με καμμιά δεκαριά άλλους ταλαίπωρους τρύπες στην στέρφα γη για να φυτέψουμε στύλους του τηλέγραφου. Η δουλειά είχε τελειώσει σχεδόν ένα μήνα, και πηγαίναμε καθημερινά στα κεντρικά για να ρωτήσουμε αν είχε έρθει εντολή να επεκτείνουμε το δίκτυο πέρα από την Ντοτζ Σίτυ. Και κάθε μέρα φεύγαμε με ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν ακούγαμε το ξερό όχι του Γουίλκινς. Στο τέλος είχαμε καταντήσει να πηγαίνουμε όχι για την προοπτική της δουλειάς, αλλά για να ξεφεύγουμε για λίγο από τη μιζέρια των σπιτιών μας και να τα λέμε μεταξύ μας. Μια τέτοια μέρα που είχαμε μείνει έξω από το τηλεγραφείο κουβεντιάζοντας βγήκε ο Γουίλκινς κρατώντας ένα τηλεγράφημα. Ήταν για εμένα και το είχε στείλει ο Αρτ. Τον Αρτ τον γνώριζα από πολύ παλιά, είχαμε συνεργαστεί στο έργο ύδρευσης της πολιτείας του Μιζούρι. Παρόλο που είμαστε εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες είχαμε ταιριάξει καλά μαζί, και κάναμε κολλητή παρέα. Ο Αρτ ήταν χωρισμένος και μου έριχνε καμμιά εικοσαριά χρονάκια, αλλά είχε μια σπάνια ηρεμία η οποία οφείλοταν κυρίως στην βαθύτατη πίστη του στο Θεό. Εγώ από την άλλη βρήκα την ευκαιρία να τον βομβαρδίσω με τις όποιες αντιρρήσεις είχα πάνω σε θεολογικά και λοιπά «παραφυσικά φαινόμενα» όπως επέμενα να τα αποκαλώ προς μεγάλη του θλίψη. Άσχετα όμως με αυτά μας έδεσε μια βαθιά φιλία η οποία ήταν απόρροια τόσο της ευγενικής και καλής του φύσης, όσο και της άψογης συνεργασίας που είχαμε. Τα τελευταία χρόνια είχαμε τραβήξει ξεχωριστούς δρόμους και είχα χάσει τα ίχνη του. Κοίταξα με περιέργεια το τηλεγράφημα. Ήταν μόνο μια λέξη:
PING
Γύρισα σπίτι απορημένος και του έγραψα ένα εξασέλιδο γράμμα όπου του εξιστορούσα τα βήματα μου από τότε που είχα να τον δω και τις πόλεις που είχα περάσει καταλήγοντας στην τωρινή τραγική μου επαγγελματική κατάσταση. Του έγραψα ότι χάρηκα που έδωσε σημεία ζωής γιατί φοβόμουν ότι είχαμε πλέον χαθεί. Έστειλα το γράμμα στη διεύθυνση του αποστολέα του τηλεγραφήματος. Δύο εβδομάδες μετά έλαβα την απάντησή του, με γράμμα αυτή τη φορά. Μου εξήγησε ότι μια και είχε χάσει τα ίχνη μου, αποφάσισε να στείλει σε όλες τις πόλεις ένα τηλεγράφημα προκειμένου να με εντοπίσει και ότι με έψαχνε για να μου προτείνει συνεργασία. Όντας και αυτός άνεργος για αρκετό καιρό, είχε υποκύψει στον πυρετό του μαύρου χρυσού και ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να κατοικήσουν σε μια νέα πόλη που είχε ξεφυτρώσει την Dream Gulch. Είχε οριοθετήσει ένα κομμάτι γης και είχε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για να στήσει πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου. Τα πρώτα δείγματα ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικά αλλά χρειαζόταν βοήθεια από ανθρώπους εμπιστοσύνης. Εκεί «έμπαινε» και ο δικός μου ρόλος. Μου ζητούσε να πάω και να γίνω ισότιμος συνέταιρος στην «Art Oil». Πενήντα-πενήντα. Για υπογραφή είχε βουτήξει τον δείκτη του σε ένα ποτήρι πετρέλαιο και είχε πατήσει το δάχτυλό του στο χαρτί.
Τα υπόλοιπα έγιναν πολύ γρήγορα. Η κουβέντα με τη γυναίκα μου, η αποστολή τηλεγραφήματος στον Αρτ με μία λέξη «Έρχομαι», το μάζεμα και το πακετάρισμα των λιγοστών πραγμάτων που είχαμε, το ταξίδι με την άμαξα και η άφιξη μας στη Dream Gulch. Θυμάμαι που είχα εντυπωσιαστεί με την τοποθεσία της, ήταν κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Αυτό φυσικά δεν την εμπόδιζε να είναι μια πλήρης πόλη με το μπαρ, το στάβλο, τον σιδερά, το γραφείο του σερίφη, το γραφείο κηδειών, την εκκλησία, το νεκροταφείο και φυσικά με τα μισοτελειωμένα ντέρικ να υψώνονται στις πίσω αυλές των προχειροστημένων σπιτιών. Μια ξύλινη επιγραφή γραμμένη στα γρήγορα με τρεμάμενα μαύρα γράμματα και καρφωμένη σε ένα πάσσαλο μας καλωσόριζε στην είσοδο της πόλης «WELCOME TO DREAM GULCH. Πληθυσμός: 117»
Ο Αρτ μας περίμενε μαζί με τους δυο βοηθούς του στο κατώφλι του σπιτιού του, το οποίο βρισκόταν περίπου στη μέση της πόλης. Είχε γεράσει πολύ από την τελευταία φορά που τον είχα δει, τουλάχιστον στην όψη. Εξακολουθούσε όμως να είναι γελαστός και πρόσχαρος καθώς και να αποπνέει μια σπάνια ηρεμία γύρω του. Αφού αφήσαμε τα πράγματά μας στο σπίτι του μας πήγε μέχρι την πίσω άκρη της πόλης όπου είχε οριοθετήσει με σπάγκο τον χώρο που θα γινόταν το σπίτι μας. Είχε μάλιστα προχωρήσει και στην κατασκευή του έχοντας ήδη σηκώσει τρεις ξύλινους τοίχους. Μας άρεσε. Μετά γυρίσαμε για φαγητό στο σπίτι του Αρτ και με ξενάγησε στο μισοέτοιμο ντέρικ στην πίσω αυλή του. Ο Αρτ έδινε πάντα σημασία στη λεπτομέρεια και το ντέρικ του ήταν το πιο μοντέρνο τόσο σε σχεδιασμό όσο και σε λειτουργίες που είχα δει ποτέ. Το ίδιο βράδυ υπέγραψα τα χαρτιά για την συνεργασία μας και αν και ο Αρτ προσφέρθηκε να μας φιλοξενήσει στο σπίτι του μέχρι να ολοκληρωθεί το δικό μας προτιμήσαμε να του αφήσουμε μόνο τα παιδιά και εγώ με τη γυναίκα μου κοιμηθήκαμε στο δικό μας, κοιτάζοντας τον έναστρο ουρανό μια και δεν υπήρχε σκεπή. Ήταν καλά.
Η Dream Gulch ήταν στα αλήθεια μια πόλη των ονείρων. Είχαμε διαφωνήσει πολλές φορές με τον Αρτ σχετικά με την ακριβή ερμηνεία του ονόματός της μια και εκείνος θεωρούσε ότι ο γερο-Φιλ που ήταν και ο πρώτος κάτοικός της την είχε ονομάσει έτσι γιατί την είχε οραματιστεί να γίνεται «Ονειρεμένη πόλη», αλλά εγώ βλέποντας σχεδόν καθημερινά να καταφτάνουν άνθρωποι φορτωμένοι με όλο τους το βιος και τα όνειρα πάνω σε μια άμαξα και προτού να αρχίσουν να σκάβουν τα θεμέλια του σπιτιού τους να ξεκινούν το σκάψιμο για τα θεμέλια των ντέρικ επέμενα ότι ήταν η πόλη των ονείρων. Των ονείρων του γρήγορου πλουτισμού, της καλύτερης ζωής, της απόκτησης ενός κομματιού γης που μπορεί κανείς να θεωρεί δικό του. Όπως ήταν φυσικό η πόλη συνέχισε να εξαπλώνεται με ταχύτατους ρυθμούς, και τα ντέρικ ξεκίνησαν να δουλεύουν σχεδόν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Η πόλη απέκτησε δημαρχείο, σερίφη, βοηθό σερίφη, δασκάλα παντοπωλείο και πανσιόν. Όλα κυλούσαν ήσυχα και το μέλλον προδιαγραφόταν λαμπρό. Η πηγή μας ήταν από τις πιο αποδοτικές της πόλης, κυρίως λόγω των καινοτομιών που είχε εφαρμόσει ο Αρτ κατά το στήσιμό της και είχαμε αρχίσει να βγάζουμε χρήματα. Ο Αρτ είχε ήδη προχωρήσει στον σχεδιασμό ενός μίνι διυλιστηρίου έτσι ώστε να μην πληρώνουμε χρήματα για την επεξεργασία του πετρελαίου και σκεφτόμασταν να προχωρήσουμε στην κατασκευή του. Όλα έδειχναν ήρεμα και απροβλημάτιστα.
Υπήρχε βέβαια το θέμα της ταμπέλας.
Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, απλά το είχα πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Όλα ξεκίνησαν μια μέρα που είχα πάει με την άμαξα μέχρι την πλησιέστερη σε εμάς πόλη που είχε ταχυδρομείο για να παραλάβω κάτι εξαρτήματα που είχε παραγγείλει ο Αρτ. Καθώς γύριζα παρατήρησα ότι η επιγραφή που με καλωσόριζε στην πόλη έλεγε πλέον «Πληθυσμός: 196». Τράβηξα απότομα τα γκέμια των αλόγων και πήδηξα στο έδαφος. Πλησίασα επιφυλακτικά την ταμπέλα και προσπάθησα να καταλάβω αν κάποιος είχε σβήσει το προηγούμενο νούμερο και είχε γράψει το καινούργιο. Δεν φαινόταν τίποτα τέτοιο, οι ραγάδες στο ξύλο ήταν καθαρές. Ακούμπησα το νούμερο με τις άκρες των δαχτύλων μου και άφησα το χέρι μου να «τρέξει» πάνω από τη μπογιά. Δεν φαινόταν φρέσκια, ακριβώς το αντίθετο μάλιστα. Την ίδια στιγμή ένα κύμα ψύχους με κατέκλυσε και καθώς κοντανάσανα έντρομος είδα τον αχνό από την αναπνοή μου να σχηματίζεται μπροστά μου. Γύρισα το κεφάλι μου προς τον ουρανό και είδα τον γνωστό καυτό ήλιο της ερήμου. Ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά μου, και τράβηξα απότομα το χέρι μου από την επιγραφή. Η θερμοκρασία του σώματός μου άρχισε να επανέρχεται στο φυσιολογικό και πάλι, αλλά τα ρίγη και ο κρύος ιδρώτας διήρκησαν ώρες. Από τότε πρόσεχα την ταμπέλα κάθε φορά που περνούσα από την είσοδο της πόλης, και πάντοτε ήταν ανανεωμένη με το εκάστοτε νούμερο κατοίκων, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να την πλησιάσω.
Ένα βράδυ Κυριακής που η γυναίκα μου και τα παιδιά είχαν κοιμηθεί προ πολλού, εγώ ο Αρτ και ο πάστορας της εκκλησίας μας καθόμασταν στο μπαλκόνι του τελειωμένου μου πια σπιτιού ρεμβάζοντας την έρημο. Ο Νικ ο πάστορας ήταν ένας από τους στενούς φίλους του Αρτ, και αν και δεν ασπαζόμουν την πίστη τους, έκανα καλή παρέα μαζί τους. Βρήκα λοιπόν την ευκαιρία να ρωτήσω τον Αρτ αν ήξερε περισσότερα για την ιστορία της πόλης και συγκεκριμένα για την ταμπέλα. Ο Αρτ στραβομουτσούνιασε. Το είχα ξαναδεί αυτό το ύφος. Ήταν το ύφος που είχε πάρει όταν τον είχαν ρωτήσει στο Μιζούρι όταν ήταν εργοδηγός ποιους δύο εργάτες να απολύσουν λόγω των γενικότερων περικοπών. Ήταν το ύφος που έπαιρνε κάθε φορά που είχα διακριτικά ρωτήσει για την ιστορία του χωρισμού του με τη γυναίκα του. Ήταν το ύφος που άφηνε να εννοηθεί ότι η απάντηση ήταν πολύ επώδυνη για αυτόν. Γέμισε το ποτήρι του με κρασί και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα είναι ψέμα να σου πω ότι ξέρω τι ακριβώς παίζει με την ταμπέλα», είπε. «Εκείνο που ξέρω όμως είναι ότι τόσο η ταμπέλα όσο και άλλες τοποθεσίες στην πόλη είναι παράξενες. Την ταμπέλα την πρόσεξα από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθα. Βλέπεις ήμουν από τους πρώτους που κατέφτασαν εδώ και οι κάτοικοι τότε ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Η ταμπέλα έλεγε θυμάμαι «Κάτοικοι: 8» όταν πέρασα για πρώτη φορά τα σύνορα της πόλης. Το ίδιο απόγευμα, έκανα κύκλους με το άλογο για να εντοπίσω μια καλή περιοχή για να περιφράξω και έφτασα μέχρι την ταμπέλα, η οποία έγραφε «Κάτοικοι: 9». Το πιο περίεργο είναι ότι όποιος την είχε αλλάξει είχε κάνει εξαιρετική δουλειά, γιατί δεν είχε αφήσει ίχνος μπογιάς, ήταν σαν το 9 να υπήρχε πάντα εκεί. Την επόμενη μέρα ρώτησα τον Φιλ αν ήξερε ποιος ήταν υπεύθυνος για την αλλαγή αυτή και εκείνος άρχισε να μου λέει διάφορες αοριστίες που άγγιζαν τολμώ να πω τα όρια της βλασφημίας, αλλά εσύ είμαι σίγουρος ότι θα τις έβρισκες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Εγώ, υπέθεσα ότι απλά κάποιος έστηνε μια περίτεχνη πλάκα. Παρόλα αυτά συνέχισα να έχω το νου μου στην ταμπέλα και μπορώ με σιγουριά να σου πω ότι ήταν πάντα ενημερωμένη για τον ακριβή αριθμό κατοίκων.» Ο πάτερ αναρρίγησε, και έβαλε και άλλο κρασί. Τον κοίταξα, και παρατήρησα ότι τα χείλη του είχαν ενωθεί σε μια λεπτή γραμμή. Ξαναγύρισα στον Αρτ. «Και δεν σκέφτηκες ποτέ να παραφυλάξεις να δεις ποιος αλλάζει την ταμπέλα; Δεν θέλησες να βρεις αυτόν που σας κάνει πλάκα;» Και τότε λούστηκα μια από τις κλασσικές του απαντήσεις που δεν σου αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης: «Αδερφέ μου, εδώ ήρθα να κάνω μια δουλειά: Να βρω πετρέλαιο. Αν ο Κύριος θέλει να είμαι σε μια πόλη με μια περίεργη ταμπέλα, τότε αυτό είναι το θέλημά Του, και δεν έχω καμία δουλειά να εξετάζω τις αποφάσεις Του.» Ο πάτερ κατένευσε ενθουσιασμένος –δεν ήταν δύσκολο να καταλάβεις πως είχαν ταιριάξει αυτοί οι δύο-. Εγώ όμως δεν το έβαζα κάτω. «Είπες πριν ότι και άλλα μέρη στην πόλη είναι παράξενα. Τι εννοούσες;» τον ρώτησα. «Α, τίποτα το σπουδαίο, ή το τόσο προφανές. Απλά μερικά μέρη έχουν μια ασυνήθιστη δροσιά για έρημο, όπως το σπίτι των Νοξ, ή το σπίτι εκείνης της χήρας που σπάνια βγαίνει έξω, πως την λένε πάτερ;» «Άννι Γουϊλξ», είπε ξινά εκείνος, «αυτή η γυναίκα με ανατριχιάζει όταν τη συναντάω είναι πάντα αγέλαστη και βιαστική».
Είπαμε πολλά για την πόλη εκείνο το βράδυ. Έμαθα για την ιστορία της, την μορφολογία του εδάφους, για τους κατοίκους της... Μιλούσαμε μέχρι που άρχισε να γλυκοχαράζει και η πόλη άρχισε να αποκτά την πρώτη κίνηση της ημέρας. Σηκωθήκαμε, ετοιμάσαμε καφέδες και πήγαμε σερί στη δουλειά. Εμείς στο ντέρικ μας, και ο Νικ στην εκκλησία του. Ήταν καλά.
Λίγους μήνες αργότερα, οι κάτοικοι της πόλης είχαν σχεδόν πλουτίσει. Θυμάμαι που ο Αρτ συνήθιζε να λέει ότι όλη η πόλη πρέπει να κάθεται πάνω σε ένα τεράστιο κοίτασμα πετρελαίου. Η κατάσταση ήταν σχεδόν αστεία γιατί όταν κατέφταναν νέοι κάτοικοι και ξεκινούσαν να σκάβουν για τα θεμέλια του σπιτιού τους, ανακάλυπταν πετρέλαιο στα δύο μέτρα. Το οποίο φυσικά κυλούσε ελεύθερα στον κεντρικό δρόμο της Dream Gulch μαυρίζοντας τον προς μεγάλη δυσφορία των κατοίκων. Εγώ ρώτησα κάποτε τον Αρτ γιατί εκνευρίζονται τόσο με το πετρέλαιο αφού αυτό είναι που τους έχει κάνει πλούσιους. Χωρίς δισταγμό μου είχε απαντήσει ότι δεν εκνευρίζονται τόσο επειδή τους βρωμίζει την πόλη, αλλά επειδή δεν μπορούν να το μαζέψουν και πάει χαμένο. Μπορούσε να γίνει πολύ δηκτικός όταν ήθελε. Και συνέχισε λέγοντας «Παρόλα αυτά είναι τυχεροί που ευημερούν, οι δρόμοι της πόλης μας είναι βλέπεις κυριολεκτικά στρωμένοι με μαύρο χρυσάφι»
Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά μας ο Φιλ κουβαλώντας δυο μεγάλα σακιά καλαμπόκι. Πίσω του ακολουθούσε ο Βικ ο ινδιάνος με τα υπόλοιπα ψώνια του. Το πραγματικό του όνομα ήταν «Βίχο» που στα ινδιάνικα μεταφράζεται ως «αρχηγός» αλλά στην πόλη όλοι τον φωνάζαμε Βικ. Ο Φιλ τον είχε βρει όταν ακόμα ήταν μικρό αγόρι σε άθλια κατάσταση να περιπλανιέται στην έρημο. Με τα λίγα ινδιάνικα που ήξερε είχε καταφέρει να καταλάβει ότι το αγόρι ήταν ο γιος του αρχηγού του καταυλισμού που είχαν επιτεθεί άγνωστοι. Το χωριό του είχε καταστραφεί ολοσχερώς και αυτός είχε καταφέρει να ανέβει σε ένα άλογο και να τραβήξει όσο μπορούσε μακρύτερα. Χρειάστηκαν τέσσερα περίπου χρόνια και πολλή αγάπη από μέρους του Φιλ για να μπορέσει ο Βικ να εξηγήσει στα Αγγλικά την περιπέτεια του με λεπτομέρειες. Η φυλή του Βικ αγόραζε όπλα από κάποιους λαθρέμπορους σε εξαιρετικά υψηλές τιμές. Όταν λίγο πιο δίπλα στον καταυλισμό τους βρέθηκε πετρέλαιο, οι ίδιοι οι λαθρέμποροι τους ζήτησαν να εγκαταλείψουν την περιοχή και να τους παραχωρήσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Ο πατέρας του Βικ αρνήθηκε και δύο νύχτες μετά ογδόντα οπλισμένα άτομα όρμησαν στον καταυλισμό. Η μάχη, ή μάλλον η σφαγή διήρκησε μόνο λίγα λεπτά, αλλά ήταν αρκετά για να κάνουν τον Βικ ακόμα και σήμερα να ξυπνά κάθιδρος φωνάζοντας. Όταν μπήκαν στη σκηνή τους, ο Βικ σηκώθηκε και κοίταξε τον τεράστιο άπλυτο άντρα στα μάτια, αλλά η μητέρα του μπήκε μπροστά του παρακαλώντας να μην τον πειράξουν και αυτόματα ο πατέρας του όρμησε μπροστά στη μητέρα του, ημίγυμνος και άοπλος. Ο άντρας τους ζύγιασε για λίγο με το μάτι, χαμήλωσε το όπλο του και μετά με μια απότομη κίνηση τους διαπέρασε με το σπαθί του. Και τους τρεις. Ο Βικ όντας πιο μικρόσωμος απέκτησε ένα πολύ άσχημο κόψιμο στα πλευρά, και λιποθύμησε σχεδόν ακαριαία,
όχι όμως αρκετά γρήγορα ώστε να μην προλάβει να δει την σαδιστική λάμψη στα μάτια του φονιά των γονιών του και να ακούσει το τραχύ του γέλιο. Από τότε ο Βικ δεν έχει ξαναγελάσει.
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε και δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς πότε άρχισαν τα πράγματα να παίρνουν την κάτω βόλτα. Το μόνο που αμυδρά θυμάμαι είναι ότι κάποια στιγμή τα κοιτάσματα άρχισαν να βγάζουν όλο και λιγότερο πετρέλαιο, και παράλληλα τα πηγάδια όλο και λιγότερο νερό. Θυμάμαι όμως τη στιγμή που κατάλαβα ότι όλα θα πάνε κατά διαόλου. Ήταν την μέρα που σκότωσαν τον γερό-Φιλ. Ήταν την μέρα που ο Τζόνστον και η παρέα του ήρθαν στην πόλη.
(To be continued...)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου