Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Dry County (Part II)

Ήταν μια τυπική μέρα στην πόλη όπως όλες οι άλλες. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και ο ουρανός είχε βαφτεί με το χρώμα του αίματος ενώ η άμμος ασήμιζε καθώς οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου χάιδευαν τον δρόμο. Οι περισσότεροι από εμάς είχαν μαζευτεί στο σαλούν του Φλάναγκαν για να διώξουμε την κούραση της ημέρας με μια κρύα μπύρα. Όλοι μας είχαμε το γνωστό απογοητευμένο ύφος γιατί οι πηγές είχαν πια στερέψει και έβγαζαν περισσότερη άμμο παρά πετρέλαιο. Εγώ καθόμουν σε ένα τραπέζι μαζί με τον Αρτ και τον Νικ. Πρέπει να είμαστε τουλάχιστον τριάντα άτομα στο σαλούν και η ζέστη ήταν όπως πάντα αποπνικτική. Αυτό είχε εμπνεύσει τον Αρτ να σχεδιάζει στις χαρτοπετσέτες του τραπεζιού μια ακατάληπτη συσκευή που σύμφωνα με αυτόν θα την τροφοδοτούσες με παγάκια και θα δημιουργούσε ρεύματα ψυχρού αέρα για να δροσίζονται οι άνθρωποι που θα ήταν κοντά της. Ενώ συζητούσε ζωηρά με τον Νικ και εγώ πάσχιζα να κατανοήσω τι έλεγε ένα τέτοιο κύμα ψυχρού αέρα χάιδεψε απότομα τον αριστερό μου ώμο. Γύρισα απορημένος το κεφάλι μου αλλά δεν υπήρχε τίποτα πίσω μου. Ταυτόχρονα άκουσα ένα σιγανό «χαααας» ακριβώς μέσα στο κεφάλι μου. Πετάχτηκα όρθιος. Οι περισσότεροι γύρισαν να με κοιτάξουν αλλά η ματιά μου «κλείδωσε» με τον Φιλ που με παρατηρούσε εδώ και ώρα με αμείωτο ενδιαφέρον. Τώρα πια είχα ανατριχιάσει ολόκληρος και άρχισα να τρέμω. Ο Φιλ, σαν να ήξερε τι μου συμβαίνει έκλεισε ήρεμα και τα δυο του μάτια και τα ξανάνοιξε καθησυχαστικά. Ο Αρτ μου έπιασε το χέρι. «Παραφάγαμε νάτσος;» με ρώτησε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλλον» του απάντησα εγώ που άδραξα την ευκαιρία και ξεκίνησα προς τα έξω με σκοπό να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου για να σταματήσω το τρέμουλο. Η τουαλέτα του Φλάναγκαν ήταν στο πίσω μέρος του σαλούν. Καθώς έσπρωχνα τις δίφυλλες πόρτες της εισόδου γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον Φιλ να είναι ακόμα καρφωμένος πάνω μου. Δίπλα του ο Βικ χάραζε με ένα τεράστιο μαχαίρι ακατάληπτα σχήματα πάνω στο τραπέζι.

Όταν βρέθηκα έξω, έκανα δυο βήματα και μετά γονάτισα. Τα πόδια μου έτρεμαν. Έμεινα για λίγο σκυμμένος κοιτάζοντας το ταλαιπωρημένο ξύλο του πατώματος και πάνω που άρχισα να ανακτώ τις δυνάμεις μου το ξανάκουσα:

Χααααααςςς

Ήταν σαν τον θόρυβο που κάνει ο άνεμος όταν μπαίνει από μια στενή χαραμάδα, μόνο που δεν ήταν ο άνεμος ήταν μια προειδοποιητική σειρήνα, και δεν υπήρχε στενή χαραμάδα, ήταν το κεφάλι μου. Ενστικτωδώς σήκωσα το βλέμμα μου και τότε τους είδα.

Πέντε καβαλάρηδες ντυμένοι στα μαύρα πάνω σε άλογα κάλπαζαν ήρεμα στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Της πόλης μου. Ήταν αρκετά μακριά ακόμα για να μην μπορώ να ξεχωρίσω πρόσωπα αλλά όλο μου το είναι ούρλιαζε πως έρχονται φασαρίες. Σηκώθηκα τρεκλίζοντας και το χέρι μου κατέβηκε ενστικτωδώς στο ασημί περίστροφο που ήταν περασμένο στη ζώνη μου. Δώρο του Αρτ για τα τριακοστά τρίτα γενέθλιά μου, όταν μου το είχε δώσει θυμάμαι είχε γίνει μεγάλος καυγάς στο σπίτι για να το κρατήσω. «Δεν νομίζω να χρειαστεί να σημαδέψεις ποτέ κανένα με αυτό, αλλά κάθε όμπρε που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει ένα περίστροφο, και αφού θα το έχεις για μόστρα, ας είναι τουλάχιστον μουράτο». Έσφιξα την λαβή του όπλου με το δεξί μου χέρι. Δεν είχα πυροβολήσει ποτέ μου, ούτε καν για προπόνηση. Με τα νεύρα τεταμένα έκανα στροφή και ξαναμπήκα στο σαλούν. «Αρτ» είπα. «Προβλήματα». Ο Αρτ έμεινε με το μολύβι στον αέρα να με κοιτάει απορημένος. Εντωμεταξύ οι καβαλάρηδες είχαν φτάσει στην πόρτα μας και πολλοί τους χάζευαν καθώς έδεναν τα άλογά τους έξω από την αριστερή ποτίστρα. Δεν ξέρω ποιος το είπε πρώτος αλλά η λέξη εξαπλώθηκε από στόμα σε στόμα σαν πυρκαγιά σε ξεραμένα χόρτα: «Ο Τζόνστον».

Ο Τζόνστον και η συμμορία του ήταν γνωστοί σε ολόκληρο το γουεστ και ακόμα παραπέρα. Από τους πιο αιμοσταγείς κακοποιούς, επικηρυγμένος σε όλες σχεδόν τις πολιτείες. Όσοι είχαν προσπαθήσει να τον σταματήσουν αυτή τη στιγμή βρίσκονταν κοντά στο Θεό του Νικ ή τους χώνευαν ακόμα τα όρνια στην έρημο (κατά την δική μου εκδοχή). Όταν οι πέντε έσπρωξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα επικράτησε απόλυτη σιγή. Ο Τζόνστον ήταν μπροστά και –ουρανοί- ήταν ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ. Πρέπει να ήταν πάνω από δύο μέτρα, τριχωτός, αξύριστος και με δύο αεικίνητα μάτια σαν κάρβουνα. Στάθηκε στη μέση του σαλούν δίνοντας χρόνο σε όλους μας να τον μετρήσουμε με το βλέμμα, ενώ τα τέσσερα αποβράσματα που είχε μαζί του μας κοιτούσαν καχύποπτα. Πρέπει να πέρασε σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό όταν ο Τζόνστον αποφάσισε να μιλήσει πρώτος. «Όλοι ξέρετε ποιος είμαι. Εγώ και τα παλικάρια μου είμαστε περαστικοί και δεν επιθυμούμε φασαρίες. Θέλουμε απλά να ξαποστάσουμε για λίγες μέρες γιατί έχουμε μεγάλο ταξίδι μπροστά μας. Δεν έχουμε σκοπό να ληστέψουμε κανέναν και ειλικρινά δεν νομίζω ότι αυτή η πόλη έχει τίποτα που να αξίζει τον κόπο. Θα σας συμβούλευα λοιπόν να κοιτάξετε τις δουλειές σας και να σας βγουν από το μυαλό ιδέες για κάποια παχυλή αμοιβή από τους ομοσπονδιακούς. Είμαστε εντάξει;»

Κανείς δεν απάντησε αλλά σχεδόν όλοι ξεφύσησαν ανακουφισμένοι. Δεν είμαστε ήρωες –τουλάχιστον αυτό πίστευα μέχρι εκείνη τη στιγμή- και δεν επιθυμούσαμε φασαρίες. Η παρουσία του Τζόνστον στην πόλη ήταν δυσάρεστη αλλά αν σε λίγες μέρες έφευγε όπως έλεγε αρκούσε να είμαστε προσεκτικοί και να μην προκαλούμε καταστάσεις και σύντομα θα ξαναγυρνούσαμε στην ρουτίνα μας. Έξαφνα το σαλούν ξαναγέμισε ήχους. Η παρέα δίπλα μας συνέχισε να παίζει χαρτιά, ο Αρτ να σχεδιάζει το μηχάνημά του και ο Βικ να χαράζει το τραπέζι. Εγώ ένιωθα ακόμα εξαιρετικά άβολα, αλλά χαλάρωσα στην καρέκλα μου και σήκωσα το μπουκάλι της μπύρας στο πρόσωπό μου εξακολουθώντας να κοιτάζω προς την μεριά τους. Ο Τζόνστον προχώρησε προς το μπαρ και ζήτησε κάτι από τον Φλάναγκαν, ο οποίος εξαφανίστηκε στο βάθος για λίγο και επέστρεψε με πέντε ποτήρια. Ο Τζόνστον και η παρέα του πήραν από ένα και αναζήτησαν με το βλέμμα χώρο για να καθίσουν. Το μόνο τραπέζι που είχε μόνο δύο άτομα ήταν αυτό του γερο-Φιλ, δίπλα ακριβώς από το μπαρ. Οι πέντε στάθηκαν ακριβώς από πάνω τους. «Γέρο!», είπε ο Τζόνστον. «Θα σε πείραζε να μας αδειάσεις τη γωνιά;». Πριν προλάβει να απαντήσει πετάχτηκα όρθιος. «Φιλ! Έλα εδώ μαζί μας» είπα παρακαλετά. Ο Φιλ σήκωσε τα μάτια του το ίδιο ήρεμα όπως πάντα και απάντησε «Φυσικά γιε μου. Βικ, σήκω». Ο Βικ σταμάτησε να σκαλίζει το τραπέζι και σηκώθηκε όρθιος ενώ παρατήρησα ότι το πάνω χείλος του ήταν ανασηκωμένο και αποκάλυπτε λίγο από τους κυνόδοντές του. Ο Φιλ τον έπιασε καθησυχαστικά από τον ώμο και τον οδήγησε προς το τραπέζι μας. Δεν είχαν φτάσει στα μισά της διαδρομής όταν ο Τζόνστον ξαναμίλησε: «Και τι στο διάολο είναι αυτό;» Το χέρι του περνούσε πάνω από το σχέδιο του Βικ στο τραπέζι που έμοιαζε με ένα ελάφι που από το στόμα του ξεκινούσε ένα στριφογυριστό βέλος και κατέληγε στο στομάχι του. Ο Βικ σταμάτησε και ψέλλισε με δυσκολία «Είναι ένα γκόπαν. Προστατεύει από τα κακά πνεύματα» Το ειρωνικό χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο του Τζόνστον ήταν πέρα για πέρα σατανικό. «Ινδιάνοι...», είπε, «Πόσο γκόπανος πρέπει να είναι κανείς για να πιστεύει ακόμα σε αυτές τις αηδίες.» Το σχόλιό του ακολούθησαν βροντερά γέλια από την παρέα του. Όταν έκατσαν κάτω, και ο Φιλ με τον Βικ ήρθαν σε εμάς αναστέναξα με ανακούφιση. Άλλη μια δοκιμασία είχε περάσει. Οι τύποι ήταν επικίνδυνοι όσο και οι ασταθείς δυναμίτες που έφτιαχνε ο Αρτ με νιτρογλυκερίνη. Έπρεπε να προσέξουμε πολύ πως θα τους χειριστούμε. Το ένστικτό μου φώναζε να φύγουμε μέσα από το σαλούν όσο το δυνατό γρηγορότερα. «Αρτ, Νικ. Πάμε να φύγουμε;» ρώτησα παρακλητικά. Και τότε κάτι μου έσφιξε δυνατά το αριστερό χέρι. Τα νεύρα μου ήταν τόσο τεντωμένα που σχεδόν πετάχτηκα όρθιος. Κοίταξα κάτω και συνειδητοποίησα ότι με είχε αρπάξει ο Φιλ, ο οποίος μου είπε σχεδόν μέσα από τα δόντια του. «Όχι ακόμα γιε μου. Σε χρειαζόμαστε απόψε». Αν μου είχε πει ότι σκοπεύουν να με αλείψουν με πίσσα και πούπουλα και να με πετάξουν σε ένα φαράγγι θα είχα τρομάξει λιγότερο. Παρόλα αυτά βολεύτηκα καλύτερα στην καρέκλα μου και ένευσα συγκαταβατικά στον Φιλ.

Πέρασε έτσι ακόμα μία ώρα. Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους αλλά εγώ ήμουν διαρκώς σε επιφυλακή. Η ματιά μου ταξίδευε συνεχώς προς την μεριά του Τζόνστον και της παρέας του οι οποίοι προφανώς τα είχαν πιει σε χρόνο «ΝτεΤέ» που έλεγε και ο Αρτ και που από όσο μου είχε εξηγήσει σήμαινε «πολύ γρήγορα». Σήκωναν τα τεράστια ποτήρια του λίτρου με την μπύρα και τα χτυπούσαν πάνω στο σχέδιο του Βικ και πείραζαν ο ένας τον άλλον λέγοντας «Ρε συ σταμάτα να γκοπανάς την μπύρα σου!» και διάφορα άλλα χαριτωμένα. Ο κόσμος είχε αραιώσει αισθητά φυσικά –όλοι οι γενναίοι συμπολίτες της Dream Gulch είχαν κρυφτεί στα σπίτια τους και για πρώτη φορά μάλλον είχαν διπλοκλειδώσει κιόλας. Πάνω που σκεφτόμουν ότι ίσως θα έπρεπε και εμείς σιγά-σιγά να πηγαίνουμε, ο Τζόνστον σηκώθηκε και πήγε προς το μπαρ. «Χάουντι και πάλι» είπε. «Χάουντι» απάντησε ο Φλάναγκαν. «Εγώ και τα παλικάρια μου χρειαζόμαστε ένα μέρος να μείνουμε απόψε. Ελπίζω να έχεις ελεύθερα δωμάτια εδώ.» Ο Φλάναγκαν είπε απρόθυμα πως είχε. Ελάχιστοι ξένοι ερχόντουσαν στην πόλη μας και το σαλούν είχε έξι δωμάτια διαθέσιμα. Ο Τζόνστον πήρε τα κλειδιά των δωματίων και μετά έκανε την ερώτηση που ξεκίνησε τον αφανισμό της πόλης: «Τα αγόρια μου θέλουν επίσης και να διασκεδάσουν –αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Ο Φλάναγκαν χλόμιασε. Δεν νομίζω να τον είχα ξαναδεί να χλομιάζει ποτέ. Ο Μπράιαν Φλάναγκαν ήταν από τους πιο χαρούμενους μπάρμεν που ήξερα, πάντα έκανε σόου όταν σου σέρβιρε ποτά πετώντας τα μπουκάλια στον αέρα και πιάνοντάς τα πίσω από την πλάτη του. «Δεν έχουμε γυναίκες εδώ» είπε άβολα. «Μπορείς να πας στο Βέγκας Σίτυ για να βρεις αυτό που ζητάς». Η απάντηση δεν άρεσε σε κανέναν από τους πέντε. Παρόλα αυτά ο Τζόνστον συνέχισε να χαμογελάει. Γύρισε προς τα εμάς και είπε με βροντερή φωνή «Μα τι άχρηστη πόλη έχετε στήσει τελοσπάντων αν δεν έχετε ούτε ένα σπίτι για ΑΝΤΡΕΣ;» Εγώ τον κοιτούσα σαν υπνωτισμένος. Δεν μπορούσα να εξηγήσω το πώς αλλά για τρίτη φορά μέσα στην μέρα είχα παραλύσει. Οι υπόλοιποι στριφογύριζαν στις καρέκλες τους ανήσυχα. «Αυτό το σαλούν είναι μπουρδέλο έτσι και αλλοιώς..» συνέχισε ο Τζόνστον. «Που είναι λοιπόν οι πούτας του;» Από τα νεύρα του κλώτσησε μια καρέκλα η οποία εκτοξεύτηκε πάνω στο πιάνο που υπήρχε στη γωνία του δωματίου. Ακούστηκε ένα ηχηρό «σπρόινγκ» που ακόμα δεν ξέρω αν προερχόταν από το πιάνο η από τα νεύρα μας που έσπαγαν. Καθώς η έκρηξη θυμού του Τζόνστον κόπαζε και τα δύο από τα τέσσερα μούτρα ανέβαιναν τις σκάλες για να πάνε στα δωμάτιά τους χαχανίζοντας, το ξανάκουσα:

Χαααααςςςςςςςς

Την ίδια ακριβώς στιγμή η κόρη του Μπράιαν προφανώς παρακινούμενη από τον θόρυβο εμφανίστηκε στο κατώφλι της πόρτας της κουζίνας. «Πάπι είσαι καλά;» ρώτησε. Ο Τζόνστον γύρισε και την κοίταξε όπως κοιτάζουν τα κογιότ τα γέρικα βουβάλια. Και εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήξερα ότι όλα θα πάνε στραβά.

Ο Τζόνστον γρύλισε θριαμβευτικά «Βρε βρε… Κοίτα που τελικά κάτι έχει να προσφέρει αυτή η πόλη» και κινήθηκε προς την Σάρα που είχε ήδη κρυφτεί πίσω από τον εξίσου μικρόσωμο πατέρα της. Ταυτόχρονα ο Φιλ πετάχτηκε όρθιος έχοντας τα χέρια του σηκωμένα πάνω από το κεφάλι του. «Ήρεμα γιε μου. Άκουσε με μισό λεπτό» είπε με σταθερή φωνή. Οι τέσσερις άντρες, δύο στη σκάλα και δύο στο τραπέζι είχαν ήδη τραβήξει τα όπλα τους. Ο Τζόνστον ύψωσε το ανάστημά του μπροστά στον γέρο-Φιλ. Ασυναίσθητα θυμήθηκα τις ιστορίες που έλεγε ο Νικ για τον Δαυίδ και τον Γολιάθ. «Τι θες γέρο;» ρώτησε επιτακτικά. Ο Φιλ δεν πτοήθηκε. «Είμαι ο πιο παλιός στην πόλη. Την είδα να γεννιέται μπροστά μου και έγινα ένα με αυτή. Εσείς είστε ξένοι. Δεν θέλετε φασαρίες. Υπάρχουν άπειρες πόλεις λίγο πιο κάτω για να κάνετε ό,τι αγαπάτε. Εδώ μην το κάνετε. Δεν ανήκετε εδώ. Φύγετε. Τώρα» Τα λόγια του επιβεβαίωσαν τρία ξερά «κλικ». Ο Αρτ, ο Μπράιαν και ο Νικ (είχε ο Νικ όπλο; Πως δεν το είχα προσέξει ποτέ μου;) είχαν οπλίσει και σημάδευαν από έναν. Εγώ, δεν έκανα τίποτα. Ήμουν και πάλι παραλυμένος στη θέση μου έχοντας σπασμούς και έβλεπα σε αργή κίνηση τον Βικ να τρυπώνει αθόρυβα κάτω από το τραπέζι. Κοίταξα το ανέκφραστο πρόσωπο του Τζόνστον και τρόμαξα τόσο πολύ που έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου.

Έβλεπα ακόμα το πρόσωπο του Τζόνστον.

Η συνειδητοποίηση αυτή με τρόμαξε τόσο πολύ που σχεδόν κατουρήθηκα. Έβλεπα ακόμα το γαμημένο πρόσωπο του Τζόνστον. Έβλεπα το μπαρ, τον Μπράιαν με την καραμπίνα του να σημαδεύει τον πιο κοντινό του, το σαραβαλιασμένο πιάνο. Έβλεπα τα πάντα. «Δεν θες να το κάνεις αυτό γιε μου» είπα.

«Δεν θες να το κάνεις αυτό γιε μου» είπε ταυτόχρονα ο Φιλ.

Τι μου συμβαίνει;

Ο Τζόνστον που μέχρι τότε φαινόταν να διστάζει πήρε την απόφασή του και τράβηξε το όπλο του. Λογικά πρέπει να το έκανε πολύ γρήγορα αλλά εγώ τα έβλεπα όλα σαν σε αργή κίνηση. Ύψωσε το περίστροφό του στο μέτωπο του Φιλ και είπε «Γαμμμμήηηηηησσσου Γέερρρρροοο». Καθώς το δάχτυλό του ξεκίνησε να πιέζει τη σκανδάλη είχα την ευκαιρία να ρίξω μια καλή ματιά στην κάννη του μέσα από τα μάτια του Φιλ. Ήταν λες και στεκόμουν στην άκρη ενός πολύ μεγάλου τούνελ, τόσο τεράστια μου φάνηκε. Ο χρόνος επιβράδυνε ακόμα περισσότερο καθώς στο βάθος του τούνελ εμφανίστηκε μια πολύ μικρή κόκκινη φλόγα που άρχισε να μεγαλώνει και να έρχεται κατά πάνω μου (κατά πάνω του) και εγώ εντελώς ενστικτωδώς έπεσα (πέσαμε) προς τα πίσω. Ο κρότος του όπλου αντήχησε μέσα στο κεφάλι μου. Άνοιξα τα μάτια μου τη στιγμή που η σφαίρα τρυπούσε το στομάχι του Φιλ και με ένα απότομο τίναγμα (σαν να πέφτω από ψηλά) ήμουν και πάλι εγώ. Ο χρόνος άρχισε να κυλάει πιο γρήγορα, αλλά δεν είχε επανέλθει ακόμα στην φυσιολογική του ταχύτητα. Είδα την σφαίρα να χώνεται στο στομάχι του Φιλ σαν φίδι μέσα σε τρύπα της ερήμου. Είδα έναν πίδακα αίματος να πετάγεται ψηλά και να βάφει τα πόδια του Τζόνστον με κόκκινο σκούρο χρώμα καθώς κοίταζε απαξιωτικά το τελευταίο του θύμα. Άκουσα έξι πυροβολισμούς και είδα τους δύο στη σκάλα να πέφτουν προς τα πίσω σπάζοντας παράλληλα τα κάγκελα. Είδα τους δύο που ήταν στο τραπέζι αριστερά από τον Τζόνστον να σημαδεύουν εμάς. Ο Βικ που ήταν κάτω από το τραπέζι με μια απότομη για αυτούς αλλά αργή για εμένα κίνηση τίναξε τους ώμους του και το τραπέζι μας πετάχτηκε μπροστά μας μαζεύοντας τις σφαίρες που προορίζονταν για τα κεφάλια μας ενώ σκλήθρες εκτοξεύτηκαν προς το μέρος μας. Μας είχε σώσει τη ζωή. Με ταχύτητα αίλουρου πήδηξε πίσω από το μπαρ ενώ ποτήρια έσπαγαν από πάνω του καθώς ο ένας από τους δύο βρωμιάρηδες τον είχε βάλει στο σημάδι. Ο άλλος μας σημάδευε ακόμα. Καθώς ο Μπράιαν άδειαζε την καραμπίνα του πάνω στο κάθαρμα που πυροβολούσε τον Βικ, εγώ στεκόμουν σαν χάνος κοιτώντας μία τον τύπο που με σημάδευε και μία το ποτήρι.

Το τεράστιο ποτήρι της μπύρας που είχε κάποιος από αυτούς ακουμπήσει πάνω στο γκόπαν του Βικ είχε πυρακτωθεί. Η λιγοστή μπύρα μέσα του έβραζε κυριολεκτικά και η επιφάνειά του είχε πάρει ένα έντονο κοκκινωπό χρώμα. Στιγμές αργότερα το ποτήρι έσπαγε με έναν τρομακτικό θόρυβο και κομμάτια γυαλιού εκτοξευτήκαν τριγύρω. Πρέπει να ήμουν το τελευταίο πράγμα που είδε το κάθαρμα που με σημάδευε γιατί ένα τεράστιο γυαλί πέρασε σφυρίζοντας και καρφώθηκε από τα πλάγια στο αριστερό του μάτι. Η πρόσκρουση ήταν τόσο δυνατή που το μάτι του πετάχτηκε και έσκασε με ένα αηδιαστικό «σπλατ» στο τζάμι του σαλούν. Τα ουρλιαχτά του μου τρυπούσαν τα αυτιά. Χωρίς να καταλαβαίνω τι ακριβώς κάνω (Δεν-νομίζω-να) σήκωσα το θεόβαρο όπλο του Αρτ (χρειαστεί-να-σημαδέψεις-ποτέ) και σημάδεψα στο τεράστιο ανοιχτό στόμα (κανένα-με-αυτό είχε πει ο Αρτ) που φώναζε και τόσο με ενοχλούσε. Πίεσα τη σκανδάλη σχεδόν με όση δύναμη είχα. Το χέρι μου πετάχτηκε προς τα πάνω και η σφαίρα καρφώθηκε ακριβώς ανάμεσα στα μάτια του τελευταίου (κανένα) καθάρματος.

Και μετά υπήρξε απόλυτη σιωπή.

(To be continued…)